Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΙΤΗΣ ..ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΩΦΕΛΙΜΑ 111-137

111. Αρχή της νοεράς προσευχής είναι η "ενέργεια", δηλαδή η καθαρτική δύναμη του Πνεύματος και η μυστική ιερουργία του νου. Της ησυχίας τώρα, αρχή είναι η κατά Θεόν σχολή, μεσότητα η δύναμη του φωτισμού και η θεωρία, και τέλος η έκσταση και η αρπαγή του νου προς το Θεό.

112. Η νοερή ενέργεια του νου είναι πνευματική ιερουργία. Σαν αρραβώνας πριν από τη μέλλουσα απόλαυση που ξεπερνάει κάθε νόηση, η ιερουργία αυτή τελείται από το νου, ο οποίος θυσιάζει μυστικά τον Αμνό του Θεού στο θυσιαστήριο της ψυχής και μετέχει σ' αυτόν. Το να τρώγει κανείς τον Αμνό του Θεού στο νοερό θυσιαστήριο της ψυχής, δεν είναι μόνο να τον νοεί η να μετέχει σ' Αυτόν, αλλά και να γίνει όμοιος με Αυτόν στη μέλλουσα ζωή. Γιατί εδώ άπολαμβάνομε τους λόγους των μυστηρίων, τα ίδια όμως τα μυστήρια ελπίζομε να τα απολαύσομε εκεί.

113. Η προσευχή στους αρχαρίους είναι σαν μια φωτιά ευφροσύνης που ξεπηδά από την καρδιά, στους τελείους σαν ενέργεια ευωδιαστού φωτός. Ή ακόμη, η προσευχή είναι κήρυγμα των Αποστόλων, ενέργεια της πίστεως, ή μάλλον πίστη άμεση· αυτή κάνει χειροπιαστά όσα ελπίζομε, είναι έμπρακτη αγάπη, αγγελική κίνηση, δύναμη και έργο και ευφροσύνη των Ασωμάτων, ευαγγέλιο Θεού, βεβαίωση της καρδιάς, ελπίδα σωτηρίας, σημάδι αγνισμού, σύμβολο αγιότητας, επίγνωση του Θεού, φανέρωση και ανανέωση του βαπτίσματος, αρραβώνας του Αγίου Πνεύματος, αγαλλίαση του Ιησού, ευφροσύνη της ψυχής, έλεος Θεού, σημάδι συμφιλιώσεως, σφραγίδα του Χριστού, ακτίνα του νοητού ηλίου, άστρο που φωτίζει τις καρδιές, εδραίωση του Χριστιανισμού, απόδειξη της συμφιλιώσεως του Θεού, χάρη Θεού, σοφία Θεού ή μάλλον η αρχή της αυτοσοφίας, φανέρωση του Θεού, έργο των μοναχών, πολιτεία των ησυχαστών, αφορμή της ησυχίας, τεκμήριο αγγελικής ζωής. Και τι χρειάζεται να λέμε περισσότερα; Προσευχή είναι ο Θεός, ο οποίος ενεργεί τα πάντα σε όλους(Α΄ Κορ. 10, 6), γιατί μία είναι η ενέργεια του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, που ενεργεί τα πάντα μέσω του Ιησού Χριστού.

114. Αν ο Μωυσής δεν έπαιρνε από το Θεό ράβδο εξουσίας, δε θα γινόταν για τον Φαραώ θεός (Έξ. 7, 1), ώστε να τιμωρεί με μάστιγες αυτόν και την Αίγυπτο. Έτσι κι ο νους, αν δεν πάρει στο χέρι του τη δύναμη της προσευχής, είναι αδύνατο να συντρίψει την αμαρτία και τις δαιμονικές δυνάμεις.

115. Εκείνοι που λένε ή κάνουν κάτι χωρίς ταπείνωση, μοιάζουν σαν να κτίζουν μέσα στο χειμώνα ή χωρίς λάσπη. Είναι πολύ λίγοι αυτοί που βρίσκουν και μαθαίνουν την ταπείνωση με την πείρα και τη γνώση. Κι εκείνοι που επιχειρούν να την περιγράψουν με λόγια, μοιάζουν μ' αυτούς που προσπαθούν να μετρήσουν την άβυσσο. Εγώ τώρα ο τυφλός, έχοντας σχηματίσει μία αμυδρή εικόνα γι' αυτό το μεγάλο φως, τολμώ και λέω. Η πραγματική ταπείνωση ούτε ταπεινολογία έχει, ούτε ταπεινοσχημία· ούτε βιάζει τον κάτοχό της να φρονεί ταπεινά ή να μέμφεται τον εαυτό του για να δείξει ταπείνωση. Κι αυτά βέβαια, σαν διάφοροι τρόποι, είναι αφορμές και σχήματα ταπεινώσεως, εντούτοις η ταπείνωση είναι χάρη και δωρεά που δίνεται άνωθεν. Όπως λένε οι Πατέρες, υπάρχουν δύο ειδών ταπεινώσεις: να θεωρεί κανείς τον εαυτό του κατώτερο όλων και να αποδίδει στο Θεό τα κατορθώματα. Το πρώτο είναι η αρχή, το δεύτερο το τέλος. Όποιος την επιζητεί, θα την αποκτήσει αν έχει μέσα του με γνώση και συλλογίζεται τα εξής τρία: ότι είναι πιο αμαρτωλός απ' όλους, πιο αισχρός απ' όλα τα κτίσματα, επειδή βρίσκεται στο παρά φύση, και πιο ελεεινός κι από τους δαίμονες, αφού έγινε δούλος σ' αυτούς. Οφείλει ακόμη να λέει στον εαυτό του: «Πού να ξέρω εγώ ακριβώς τις αμαρτίες των ανθρώπων ποιες και πόσες είναι; Πού να ξέρω αν είναι ίσες ή υπερβαίνουν τις δικές μου; Και αφού, ψυχή μου, δεν ξέρω, είμαι κάτω απ' όλους τους ανθρώπους, σαν χώμα και στάχτη κάτω από τα πόδια τους. Και πώς να μη θεωρώ τον εαυτό μου αισχρότερο απ' όλα τα κτίσματα που βρίσκονται στην κατά φύση κατάσταση όπως δημιουργήθηκαν, ενώ εγώ λόγω των αμέτρητων αμαρτιών μου βρίσκομαι στο παρά φύση; Αλήθεια, και τα θηρία και τα κτήνη είναι πιο καθαρά από μένα τον αμαρτωλό. Και γι' αυτό είμαι κάτω απ' όλα, αφού με τις αμαρτίες μου έχω ριχτεί πριν πεθάνω στον άδη και είμαι πεσμένος εκεί. Ποιός δεν αισθάνεται ότι ο αμαρτωλός είναι χειρότερος κι από τους δαίμονες, αφού είναι δούλος και υπήκοός τους κι είναι ήδη από εδώ φυλακισμένος μαζί τους στο σκοτάδι; Πράγματι, χειρότερος κι από τους δαίμονες όποιος κυριεύεται από αυτούς. και γι' αυτό, ταλαίπωρε, θα κληρονομήσεις μαζί τους την άβυσσο, εσύ που κατοικείς στα καταχθόνια και στον άδη και στην άβυσσο πριν ακόμη πεθάνεις. Πώς εξαπατάς τον εαυτό σου και τον ονομάζεις δίκαιο, αφού με τα κακά σου έργα τον κατάντησες αμαρτωλό και βέβηλο και δαίμονα; Αλοίμονο, πόσο απατάσαι και πλανάσαι, δαιμονολάτρη, σκύλε ακάθαρτε, που γι' αυτά θα ριχτείς στη φωτιά και στο σκότος.»

116. Πνευματοκίνητη σοφία, σύμφωνα με τους Θεολόγους, είναι η δύναμη της νοεράς και καθαρής και αγγελικής προσευχής. Σημείο της προσευχής αυτής είναι να μην έχει ο νους, καθώς προσεύχεται, κανένα απολύτως σχήμα και να μη βλέπει υλικά μήτε τον εαυτό του μήτε τίποτε άλλο· αλλά συχνά κι οι ίδιες του οι αισθήσεις συστέλλονται εξαιτίας του φωτός εκείνου. Γιατί τότε ο νους γίνεται άυλος και φωτοειδής και ενώνεται κατά τρόπο ανέκφραστο με το Θεό σε ένα πνεύμα(Α΄ Κορ. 6, 17).

117. Οι τρόποι που δείχνουν και οδηγούν στη θεοδώρητη ταπείνωση είναι εφτά, κι ο καθένας στηρίζει και γεννά τους άλλους. Είναι οι ακόλουθοι: σιωπή, ταπεινοφροσύνη, ταπεινολογία, ταπεινή ενδυμασία, αυτομεμψία, συντριβή, εσχατιά. Η με επίγνωση σιωπή γεννά την ταπεινοφροσύνη. Από την ταπεινοφροσύνη γεννιούνται οι άλλοι τρεις τρόποι της ταπεινώσεως: το να λέει κανείς ταπεινά, το να φορά ταπεινά και ευτελή ρούχα και το να μέμφεται διαρκώς τον εαυτό του. Αυτοί οι τρεις τρόποι γεννούν τη συντριβή που προέρχεται από την παραχώρηση των πειρασμών, την οποία ονομάζουν και οικονομική παιδαγωγία και ταπείνωση που προξενείται από τους δαίμονες. Η συντριβή εύκολα κάνει την ψυχή να βιώνει την "εσχατιά", δηλαδή να είναι κάτω απ' όλους και έσχατη όλων, αφού την κυριεύουν όλοι. Οι δύο τελευταίοι τρόποι φέρνουν την τέλεια και θεοδώρητη ταπείνωση. Τη δύναμη αυτή την ονομάζουν τελειότητα όλων των αρετών. Και αυτή είναι που αποδίδει στο Θεό τα ενάρετα κατορθώματα. Πρώτα λοιπόν απ' όλα είναι η σιωπή, από την οποία γεννιέται η ταπεινοφροσύνη. Αυτή γεννά τους επόμενους τρεις τρόπους της ταπεινώσεως. Οι τρεις αυτοί τρόποι γεννούν τη συντριβή. Η συντριβή γεννά τον έβδομο τρόπο της πρώτης ταπεινώσεως, τον κάτω απ' όλους, τον οποίο και ονομάζουν οικονομική ταπείνωση. Η οικονομική ταπείνωση φέρνει τη θεοδώρητη και τέλεια και ανυπόκριτη και αληθινή ταπείνωση. Η πρώτη ταπείνωση έρχεται έτσι: αν ο άνθρωπος δεν εγκαταλειφθεί και δεν νικηθεί και δεν υποδουλωθεί και δεν κυριευθεί νικημένος από κάθε πάθος και λογισμό και πνεύμα, χωρίς να βρίσκει βοήθεια μήτε από έργα, μήτε από το Θεό ή από ο,τιδήποτε γενικά, έτσι που να φτάσει πιά στην απελπισία και να ταπεινωθεί σε όλα, δεν μπορεί να συντριβεί και να έχει τον εαυτό του κάτω απ' όλους και έσχατο και δούλο όλων και χειρότερο ακόμη κι από τους δαίμονες, αφού νικιέται κι εξουσιάζεται από αυτούς. Αυτή λοιπόν είναι η οικονομική ταπείνωση που παραχωρεί η Πρόνοια, και μέσω αυτηής δίνεται από το Θεό η δεύτερη, η υψηλή ταπείνωση, η οποία είναι θεία δύναμη που ενεργεί και κάνει τα πάντα. Αυτη κάνει τον άνθρωπο να βλέπει τον εαυτό του πάντοτε όργανο της θείας δυνάμεως και να εργάζεται μ' αυτήν τα θαυμάσια του Θεού.

118. Υποστατική πνευματική θεωρία του φωτός, νου χωρίς φαντασίες και μετεωρισμούς, ενέργεια προσευχής αληθινή και αείρρυτη από το βάθος της καρδιάς, ανάσταση και ανάταση ψυχής, θεία έκπληξη, μετεωροπορία από τον κόσμο αυτό, ολική έκσταση της διάνοιας από τις αισθήσεις με την ενέργεια του Πνεύματος, αρπαγή του νου από τις δυνάμεις του, αγγελική κίνηση ψυχής, θεοκίνητη προς τα άπειρα ύψη, αδύνατο να βρει κανείς στη δική μας γενεά, γιατί σ' εμάς κυριαρχεί η τυραννία των παθών, από τους πολλούς πειρασμούς. Γιατί ο νους έχει την τάση, και μάλιστα στους πιο επιπόλαιους, να τα φαντάζεται αυτά πριν από τον καιρό τους. Κι έτσι αφού χάσει και την κάποια καλή κατάσταση που του δόθηκε από το Θεό, να νεκρωθεί τελείως. Γι' αυτό πρέπει κανείς, με μεγάλη διάκριση, μήτε να ζητεί πρόωρα όσα είναι άλλου καιρού, μήτε ν' αφήνει εκείνα που έχει στα χέρια και να φαντάζεται άλλα. Γιατί ο νους έχει εκ φύσεως την τάση να πέφτει εύκολα σε φαντασιοπληξίες σχετικά με τα παραπάνω και να τα πλάθει, χωρίς να τα έχει φτάσει. Υπάρχει λοιπόν φόβος όχι μικρός, μήπως ένας τέτοιος άνθρωπος στερηθεί κι εκείνα που του δόθηκαν ή, συχνά, στην αυταπάτη του, να χάσει και το νου του και να γίνει φανταστής και όχι ησυχαστής.

119. Χάρη δεν είναι μόνο η πίστη, αλλά και η με θεία ενεργήματα προσευχή. Την πίστη την αληθινή, που έχει μέσα της φανερή τη ζωή του Ιησού, την αποδεικνύει η πίστη που ενεργείται πνευματικά με την αγάπη. Επομένως έχει την αντίθετη πίστη, τη νεκρή και άζωη, εκείνος που δεν τη βλέπει στον εαυτό του να ενεργείται με την αγάπη. Αλλ' ούτε και πιστός στην κυριολεξία μπορεί να λέγεται εκείνος που πιστεύει στα λόγια μόνο, χωρίς η πίστη του να ενεργείται με τις εντολές ή μέσα στο πνεύμα του. Πρέπει λοιπόν να εκδηλώνει την πίστη του με την προκοπή του στα έργα, ή η πίστη του να ενεργείται, λάμποντας ως φως, με τα έργα, όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Δείξε μου την πίστη σου με τα έργα σου και εγώ θα σου δείξω τα έργα μου με την πίστη μου»(Ιάκ. 2, 18). Με τα λόγια αυτά δείχνει ότι η πίστη τής χάρης φανερώνεται από τα έργα των εντολών, όπως και οι εντολές ενεργούνται και λάμπουν με την πίστη της χάρης. Γιατί η πίστη είναι ρίζα των εντολών, ή μάλλον πηγή που τις ποτίζει και μεγαλώνουν, και διαιρείται σε δύο μέρη, σε ομολογία και χάρη, αν και είναι φύσει αδιαίρετη.

120. Η μικρή και μεγάλη και σύντομη κλίμακα για τους υποτακτικούς, έχει πέντε σκαλοπάτια που οδηγούν στην τελειότητα. Πρώτο είναι η αποταγή, δηλαδή η απάρνηση του κόσμου, δεύτερο η υποταγή, τρίτο η υπακοή, τέταρτο η ταπείνωση και πέμπτο η αγάπη, η οποία είναι ο Θεός. Η αποταγή ανεβάζει από τον άδη εκείνον που βρίσκεται πεσμένος εκεί, κι αποδεσμεύει από την ύλη τον υποδουλωμένο σ' αυτήν. Η υποταγή, βρήκε το Χριστό και τον διακονεί, όπως λέει ο ίδιος: «Εκείνος που με διακονεί, αυτός με ακολουθεί, και όπου είμαι εγώ, εκεί θα είναι και αυτός»(Ιω. 12, 26). Και πού είναι ο Χριστός; Καθισμένος στα δεξιά του Πατέρα. Λοιπόν, όπου είναι ο διακονούμενος, εκεί πρέπει να είναι και ο διάκονος, βάζοντας πρόθυμα τα πόδια του στα σκαλοπάτια για την ανάβαση· ή μάλλον, προτού ανεβεί ο ίδιος με τις προσπάθειές του, έχει ήδη συνανεβεί και συνανεβαίνει με το Χριστό. Η υπακοή τώρα, που ενεργείται με τις εντολές, οικοδομεί την κλίμακα με διάφορες αρετές που τις τοποθετεί σαν σκαλιά για την ανάβαση της ψυχής. Από την υπακοή τέλος, η υψοποιός ταπείνωση παίρνει τον υποτακτικό και, αφού τον φέρει ψηλά στον ουρανό, τον παραδίδει στην βασίλισσα των αρετών, την αγάπη, που τον οδηγεί και τον παρουσιάζει στο Χριστό. Έτσι, με τη σύντομη αυτή κλίμακα, ανεβαίνει εύκολα στον ουρανό εκείνος που υποτάσσεται αληθινά.

121. Πιο σύντομη διαδρομή προς τα άνω βασίλεια με τη μικρή κλίμακα των αρετών δεν είναι άλλη, όσο η κατάργηση των πέντε παθών των αντιθέτων στην υπακοή· δηλαδή της παρακοής, της αντιλογίας, της αυταρέσκειας, της δικαιολογίας και της ολέθριας οιήσεως. Αυτές είναι μέλη και μερη του αφηνιασμένου δαίμονα που καταπίνει τους νόθους υποτακτικούς και τους παραπέμπει στον δράκοντα άδη, στην άβυσσο. Η παρακοή είναι το στόμα του άδη· η αντιλογία, η γλώσσα του η κοφτερή σαν σπαθί· η αυταρέσκεια είναι τα ακονισμένα δόντια του· η δικαιολογία, ο θώρακάς του· αναπνοή της παμφάγου κοιλιάς του είναι η οίηση που οδηγεί στον άδη. Όποιος νικά με την υπακοή το πρώτο, έκοψε μεμιάς όλα τα άλλα, και με αυτό το ένα σκαλοπάτι ανεβαίνει γρήγορα στους ουρανούς. Τούτο είναι θαύμα όντως ανέκφραστο και άφθαστο, που οικονόμησε ο φιλάνθρωπος Κύριός μας, ώστε με μια αρετή ή μάλλον μ' ένα πρόσταγμα, να ανεβαίνει ο άνθρωπος αμέσως στους ουρανούς, όπως και με μια παρακοή κατεβήκαμε και κατεβαίνομε στον άδη.

122. Ο άνθρωπος είναι σαν ένας άλλος, διττός κόσμος που ονομάζεται καινούργιος, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο που είπε: «"Οποιος ανήκει στο Χριστό, είναι καινούργια κτίση»(Β΄ Κορ. 5,17). Γιατί με την αρετή ο άνθρωπος γίνεται και ουρανός και γη κι όλα όσα αποτελούν τον κόσμο. Γι' αυτόν είναι όλος ο λόγος και όλο το μυστήριο, όπως λέει ο Θεολόγος Γρηγόριος. Αφού λοιπόν η πάλη μας, όπως είπε ο Απόστολος(Εφ. 6,12), δεν είναι με όντα από αίμα και σάρκα, αλλά με τις αρχές και εξουσίες του σκότους αυτού του αιώνα, με τα πονηρά πνευματικά όντα του άρχοντα του αέρα στα επουράνια, είναι επόμενο, εκείνοι που παλεύουν κρυφά εναντίον μας, να κινούνται στον κόσμο των ψυχικών μας δυνάμεων, ο οποίος μοιάζει με το μεγάλο κόσμο της φύσεως.

Γιατί οι τρεις άρχοντες των πονηρών πνευμάτων αντιπαρατάσσονται κι εκστρατεύουν εναντίον των τριών ψυχικών δυνάμεων των αγωνιστών, και σε όποιο σημείο έχει κανείς προκόψει και εργάζεται, εκεί και πολεμείται απ' αυτούς. ο δράκοντας, ο άρχοντας της αβύσσου, ο οποίος εκδηλώνει την ισχύ του στην οσφύ —την έδρα του επιθυμητικού— και τον ομφαλό, εκστρατεύει κι επιτίθεται εναντίον εκείνων που είναι στραμμένοι στην καρδιά τους. Και μέσω του ενήδονου γίγαντα της λησμοσύνης ακοντίζει σ' αυτούς τις καυστικές δυνάμεις των πυρωμένων βελών του. Έχοντας την επιθυμία σαν άλλη θάλασσα και άβυσσο, βουτά και έρπει μέσα σ' αυτήν και την ταράζει και την κάνει ν' αφρίζει και ν' αναβράζει.

Και την πυρώνει για συνουσίες και με τους χειμάρρους των ηδονών την πλημμυρίζει, χωρίς να μπορεί να τη γεμίσει, αφού είναι άπληστη. Ο άρχοντας του κόσμου τούτου(Ιω. 12.31), ως αντίπαλος του θυμικού, αντιπαρατάσσεται εναντίον εκείνων που ασκούν την πρακτική αρετή. Εξοπλίζει συνεχώς τις παρατάξεις του και μας πολεμά· και, σαν την πάλη που γίνεται στον κόσμο ή σε θέατρο και στάδιο, κάνει στο θυμικό τα κάθε λογής τεχνάσματα των παθών κατά τη νοερή πάλη, με τη βοήθεια του γίγαντα της ραθυμίας.

Νικά λοιπόν ή νικιέται από εκείνους που με ανδρεία παλεύουν διαρκώς μαζί του, και τους προξενεί ή το στεφάνωμα ή την ντροπή της ήττας μπροστά στους Αγγέλους. Ο άρχοντας τέλος του αέρα(Εφ. 2,2), επιτίθεται με φαντασίες εναντίον εκείνων που σχολάζουν στη θεωρία με τη διάνοια, γιατί μπορεί να πλησιάζει το λογικό και νοερό μέρος της ψυχής μαζί με τα πονηρά πνεύματα του αέρα. Και με το γίγαντα της άγνοιας αναταράζει και θολώνει, σαν άλλο λογικό ουρανό, τη διάνοια που έγινε ικανή γι' ανάταση. Παρουσιάζει δηλαδή, για να την εξαπατήσει, τις φανταστικές και ομιχλώδεις μορφές και τους μετασχηματισμούς των πονηρών πνευμάτων σαν αστραπές και βροντές, καταιγίδες και κρότους, και της προξενεί δειλία. Ο καθένας δηλαδή από τους τρεις παλεύει κι επιτίθεται εναντίον ενός από τα τρία μέρη της ψυχής. Και με όποιο είναι αντίπαλος, εναντίον εκείνου αγωνίζεται.

123. Οι δαίμονες, ήταν κάποτε και αυτοί νόες και ξέπεσαν από εκείνη την αυλία και τη λεπτότητα, γι' αυτό ο καθένας τους απέκτησε κάποια υλική πυκνότητα, παίρνοντας ανάλογα με την τάξη ή την ενέργεια σωματική μορφή αντίστοιχη της ιδιότητάς του. Γιατί και αυτοί, όπως ο άνθρωπος, αφού έχασαν την αγγελική ηδονή και στερήθηκαν τη θεϊκή απόλαυση, βρέθηκαν να έχουν όπως κι εμείς απόλαυση τα χοϊκά και έγιναν κάπως υλικοί αποκτώντας υλικά πάθη. Δεν πρέπει να θαυμάζομε γι' αυτό, αφού και η λογική και νοερή ψυχή μας, που κτίσθηκε κατ' εικόνα Θεού, έγινε κτηνώδης, αναίσθητη και σχεδόν χωρίς νου από τις απολαύσεις των υλικών πραγμάτων και αγνόησε το Θεό.

Γιατί η έξη έχει τη δύναμη να μεταποιεί τη φύση και να μεταβάλλει την ενέργεια σε σχέση με την προαίρεση. Άλλα λοιπόν από τα πνεύματα είναι υλώδη και βαριά και ασυγκράτητα, θυμώδη, εκδικητικά, και ανοίγουν το στόμα σαν θηρία σαρκοφάγα για την υλική ηδονή και απόλαυση· φαίνονται σαν αιμοβόρα σκυλιά να τρώνε όπως οι δαιμονόληπτοι την αγαπητή τους σαπίλα, κι έχουν απόλαυση και κατοικία τους τις παχιές και πληθωρικές σάρκες. Άλλα πάλι πνεύματα είναι ακόλαστα και υγρώδη, σαν βδέλλες και βάτραχοι και φίδια στη λίμνη της επιθυμίας· κάποτε γίνονται και σαν ψάρια που κινούνται μέσα στην αλμυρή ηδονή της ακολασίας, κι αυτή είναι η απόλαυσή τους. Κολυμπούν μέσα στο πέλαγος της πολυποσίας, όντα γλιστερά και πλαδαρά, και χαίρονται με την υγρότητα των αλόγων ηδονών, ξεσηκώνοντας αδιάκοπα στην ψυχή κύματα λογισμών και μολυσμών και τρικυμίες και ανεμοζάλες.

Άλλα τέλος είναι ελαφρά και λεπτά, αφού είναι πνεύματα του αέρα, και φυσομανούν στο θεωρητικό μέρος της ψυχής δημιουργώντας σφοδρούς ανέμους και φαντασίες. Μεταμορφώνονται κάποτε σε πουλιά αλλά και σε αγγέλους και απατούν την ψυχή. Δίνουν μορφή στις μνήμες γνωστών προσώπων. Παραποιούν και μετατρέπουν κάθε πνευματική θεωρία, και μάλιστα σε όσους βρίσκονται ακόμη στο στάδιο του αγώνα και δεν έφτασαν στην καθαρότητα και την πνευματική διάκριση. Γενικά, δεν υπάρχει κάτι το πνευματικό που να μη μετασχηματίζονται κρυφά σ' αυτό κατά φαντασία. Γιατί τα πνεύματα αυτά εξοπλίζονται ανάλογα με την πνευματική κατάσταση και το μέτρο της προκοπής του ανθρώπου και εισχωρούν φέρνοντας πλάνη αντί αλήθεια και φαντασία αντί θεωρία. Σχετική είναι η μαρτυρία της Γραφής που λέει: «Τα θηρία του αγρού και τα πτηνά του ουρανού και τα ερπετά της γης»(Ωσ. 2,14) , υπονοώντας φανερά τα πονηρά πνεύματα.

124. Η εξέγερση των παθών και ο πόλεμος που ξεσηκώνει η σάρκα εναντίον της ψυχής, γίνεται μέσα μας κατά πέντε τρόπους. Άλλοτε η σάρκα κάνει μη ορθή χρήση των πραγμάτων· άλλοτε θέλει να ενεργεί τα παρά φύση· άλλοτε οπλίζεται από τους δαίμονες εναντίον της ψυχής, γιατί ευχαρίστως διατηρεί φιλία μαζί τους· κάποτε όμως και από μόνη της η ψυχή ατακτεί, καθώς έχει πια τα πάθη σαν ιδιότητές της. Ύστερα απ' όλα αυτά, αντιμετωπίζομε και πόλεμο από φθόνο των δαιμόνων, όταν αυτοί, έχοντας αποτύχει σ' όλα τα προηγούμενα, μας επιτίθενται κατά παραχώρηση Θεού, για να ταπεινωθούμε.

125. Οι κύριες αιτίες του πολέμου, οι οποίες μας έρχονται από παντού και μέσω των πάντων, είναι τρεις: η έξη, η μη ορθή χρήση των πραγμάτων και ο φθόνος και πόλεμος των δαιμόνων κατά παραχώρηση του Θεού. Όπως η σάρκα εξεγείρεται ή επιθυμεί εναντίον της ψυχής και η ψυχή εναντίον τής σάρκας(Γαλ.5,17), κατά τον ίδιο τρόπο η έξη και η ενέργεια δημιουργούν τον πόλεμο των σαρκικών παθών κατά της ψυχής και των αρετών της ψυχής κατά της σάρκας. Ενίοτε και αυτός ο εχθρός, όλο θράσος, μάχεται εναντίον μας απερίσκεπτα και αναίτια, ως αναιδής που είναι. Μην επιτρέψεις λοιπόν, αγαπητέ, στην αιμοχαρή βδέλλα να σου ρουφά το αίμα από τις αρτηρίες, και δε θά μπορέσει ποτέ να εμέσει αίμα. Μήτε να χορταίνεις με χώμα το φίδι και τον δράκοντα, και θα καταπατήσεις εύκολα την αυθάδεια του λιονταριού και του δράκοντα(Ψαλ. 90,13). Στέναξε μέχρις ότου γυμνωθείς από τα πάθη και φορέσεις την ουράνια κατοικία(Β΄ Κορ. 5,2) και τη μορφή τού Ιησού Χριστού που σε έπλασε κατ' εικόνα Του.

126. Εκείνοι που είναι μόνο σάρκες και προσηλωμένοι στη φιλαυτία, είναι κατεξοχήν υποδουλωμένοι παντοτινά στην ηδονή και την κενοδοξία κι έχουν μέσα τους ριζωμένο το φθόνο. Καθώς λιώνουν από το φθόνο και βλέπουν με πίκρα την ευτυχία του πλησίον τους, διαβάλλουν τα καλά ως κακά και ότι είναι προϊόντα της πλάνης, και ούτε τα πνευματικά δέχονται ή πιστεύουν, ούτε μπορούν να δουν ή να γνωρίσουν το Θεό από την ολιγοπιστία τους. Οι άνθρωποι αυτοί, κατά την τύφλωση και την ολιγοπιστία τους, δικαιολογημένα θ' ακούσουν εκεί το: «Δε σας γνωρίζω»(Ματθ. 25,12). Γιατί ο πιστός που ερωτά, πρέπει ή να πιστεύει όταν ακούει εκείνα που δε γνωρίζει, ή να μαθαίνει εκείνα που πιστεύει, ή να διδάσκει εκείνα που έμαθε κι έτσι να πολλαπλασιάζει χωρίς φθόνο το τάλαντο σ' όσους το δέχονται με πίστη. Αν όμως απιστεί σ' εκείνα που δεν ξέρει και εξευτελίζει εκείνα που δε γνώρισε και διδάσκει εκείνα που δεν έμαθε, από φθόνο προς εκείνους που τα διδάσκουν με πρακτική πείρα, θα επιτιμηθεί οπωσδήποτε και θα συγκαταριθμηθεί μ' εκείνους που έχουν μέσα τους "χολή πικρίας"(Πράξ. 8,23).

127. Ρήτορας είναι, κατά τους αληθινά σοφούς, εκείνος που με τη γενική επιστήμη περιλαμβάνει με συντομία όλα τα όντα και, σαν ένα σώμα, και τα διαιρεί και τα συνενώνει, αποδεικνύοντας τα ομοδύναμα και κατά την ετερότητα και κατά την ταυτότητα. Ή εκείνος που αληθινά λέγεται αποδεικτικός. Ή πάλι, ρήτορας είναι κυρίως ο πνευματικός, αυτός που τις διαιρεμένες πέντε γενικές ιδιότητες των όντων, τις οποίες συνένωσε ο ενανθρωπήσας Λόγος, τις διαιρεί και τις συνενώνει περιλαμβάνοντας το σύνολο με έναν περιληπτικό λόγο, σαν ρήτορας. και δεν τ' αποδεικνύει αυτό σε άλλους μόνο με ξερές αποδείξεις όπως οι εκτός του χριστιανισμού ρήτορες, αλλά μπορεί από τις θεωρίες που του εμφανίζονται πνευματικά μέσα στα όντα να φωτίζει και άλλους. Αληθινός φιλόσοφος είναι εκείνος που γνωρίζει από τα όντα την Αιτία των όντων ή που γνωρίζει τα όντα από την Αιτία τους, αφού έφτασε στην υπέρνοη ένωση με το Θεό και στην άμεση πίστη και δεν έμαθε μόνο, αλλά και έπαθε τα θεία. Ή, πάλι, φιλόσοφος είναι κυρίως ο νους που έγινε και πολιτεύεται σαν πρακτικός και θεωρητικός.

Τέλειος φιλόσοφος είναι ο νους που κατόρθωσε την ηθική και φυσική και θεολογική φιλοσοφία, ή μάλλον φιλοθεΐα, αυτός δηλαδή που διδάχθηκε από το Θεό τις πράξεις της ηθικής φιλοσοφίας, τους λόγους της φυσικής και τη θεωρία και την ακρίβεια των δογμάτων της θεολογικής. "Ή πάλι, θείος ρήτορας στα θεία είναι εκείνος που ξεχωρίζει τα κυρίως όντα από τα όντα ή τα μή όντα, και δείχνει τους λόγους των πρώτων από αυτά, και σε αυτά πάλι θεωρεί τους λόγους εκείνων, κυριαρχούμενος τελείως από το Πνεύμα του Θεού. Ακόμη, συγκρίνει τον αισθητό και ορατό κόσμο με τον νοητό και αόρατο και αντίστροφα, συμπεραίνοντας ότι ο ορατός είναι εικόνα του αοράτου και ο αόρατος αρχέτυπο του ορατού. Γιατί, όπως λένε, στα ατύπωτα προτάσσονται οι τύποι, και τα σχήματα στα ασχημάτιστα.

Έτσι, καθώς ο ορατός και ο αόρατος κόσμος φανερώνονται πνευματικά ο ένας μέσω του άλλου, βλέπει καθαρά τον ένα στον άλλο και τον κάνει φανερό με το λόγο της αλήθειας. Όχι πως πλάθει την σαν ήλιο λαμπερή γνώση της αλήθειας με αναγωγικούς ή αλληγορικούς λόγους, αλλά με πνευματική επιστήμη και δύναμη διατρανώνει τους αληθινούς λόγους και των δύο κόσμων και τους αποδεικνύει με πολλή έμφαση, ότι ο ορατός κόσμος είναι παιδαγωγός μας, ενώ ο αόρατος αιώνια θεία κατοικία που έγινε ολοφάνερα για μας. Φιλόσοφος θείος είναι εκείνος που μέσω της πράξεως και της θεωρίας ενώθηκε κατά τρόπο άμεσο με το Θεό και έγινε και λέγεται φίλος του Θεού, καθώς επεδίωξε και αγάπησε την πρώτη και δημιουργική και αληθινή σοφία περισσότερο από κάθε άλλη φιλία και σοφία και γνώση.

Φιλόλογος τώρα κι όχι καθαυτό φιλόσοφος (αν και η δόξα σφετερίστηκε κρυφά το όνομα της φιλοσοφίας, όπως λέει ο μέγας Γρηγόριος), είναι εκείνος που αγαπά και ερευνά τη σοφία της δημιουργίας του Θεού ως το έσχατο απήχημά της, δεν ασκεί όμως επιδεικτικά τη φιλοσοφία αυτή για έπαινο και ανθρώπινη δόξα, για να είναι όχι φιλόϋλος, αλλά φιλόσοφος της σοφίας του Θεού για τη φύση. Γραμματέας που μαθήτευσε στη βασιλεία του Θεού(Ματθ. 13, 52), είναι καθένας που με την πράξη σχολάζει στη θεωρία του Θεού και παραμένει καρτερικά στην ησυχία· αυτός βγάζει από το θησαυρό της καρδιάς του διδάγματα καινούργια και παλαιά, δηλαδή ευαγγελικά και προφητικά, ή από Καινή και Παλαιά Διαθήκη, ή διδασκαλικά και πρακτικά, ή νομικά και αποστολικά. Αυτά είναι τα καινούργια και τα παλαιά μυστήρια, τα οποία ο πρακτικός γραμματέας φανερώνει, όταν μαθητεύσει στη θεάρεστη ζωή. Γραμματέας, για να συνοψίσομε, είναι κάθε πρακτικός που ασχολείται ακόμη με τις πράξεις σωματικώς. Ρήτορας θείος είναι εκείνος που στέκεται κατά φύση ανάμεσα στις γνώσεις και τους λόγους των όντων και τα αποδεικνύει όλα, φωτιζόμενος από το Πνεύμα, με τη διαιρετική δύναμη του λόγου. Φιλόσοφος αληθινός είναι εκείνος που αισθάνεται μέσα του την υπερφυσική ένωση με το Θεό, με τρόπο συνειδητό και άμεσο.

128. Εκείνοι που γράφουν και μιλούν και θέλουν να οικοδομούν το πλήρωμα της Εκκλησίας, χωρίς να έχουν το Πνεύμα, είναι ψυχικοί και χωρίς Πνεύμα, όπως λέει κάπου ο θείος Απόστολος(Ιούδα 19). Και είναι υπόδικοι στην κατάρα που λέει: «Αλοίμονο σ' αυτούς που είναι συνετοί κατά τη γνώμη τους και θεωρούν τους εαυτούς των επιστήμονες»(Ησ. 5,21). Γιατί αυτοί μιλούν από τον εαυτό τους και δεν είναι το Πνεύμα του Θεού αυτό που μιλά μέσα τους, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου(Ματθ. 10, 20). Και όσοι μιλούν από τους δικούς τους λογισμούς πριν φτάσουν στην καθαρότητα, έχουν πλανηθεί από το πνεύμα της οιήσεως. Γι' αυτούς λέει ο σοφός Σολομών: «Είδα άνθρωπο να φαντάζεται ότι είναι σοφός, αλλά περισσότερο άξιζε ο ανόητος»(Παροιμ. 26,12)· ο ίδιος πάλι μας παραγγέλλει: «Μην έχετε την πεποίθηση ότι είστε φρόνιμοι»(Παροιμ. 3,7). Αλλά και αυτός ο πλήρης Πνεύματος θείος Απόστολος ομολογεί και λέει: «Δεν είμαστε ικανοί από μόνοι μας· η ικανότητά μας προέρχεται από το Θεό»(Β΄ Κορ. 3,5), και: «Ως απεσταλμένοι του Θεού, μιλούμε ενώπιον του Θεού με τη χάρη του Χριστού»(Β΄ Κορ. 2,17). Οι λόγοι των ανθρώπων που αναφέραμε, είναι άνοστοι και αφώτιστοι. Γιατί δε μιλούν αντλώντας από τη ζωντανή πηγή του Πνεύματος, αλλά τρέφονται από την καρδιά τους σαν από βορβορώδη λίμνη γεμάτη βδέλλες και φίδια και βατράχια επιθυμιών, επάρσεως και ακράτειας. Το νερό της γνώσεώς τους είναι δύσοσμο, θολό και χλιαρό, κι όποιοι πίνουν από αυτό, παθαίνουν καχεξία και αηδία και εμετούς.

129. Εμείς οι Χριστιανοί είμαστε, όπως λέει ο θείος Απόστολος, σώμα Χριστού και επιμέρους μέλη(Α΄ Κορ.12,27). Και αλλού λέει: «Αποτελείτε όλοι ένα σώμα κι ένα πνεύμα, σύμφωνα με τη μία κλήση σας»(Εφ. 4,4). Όπως λοιπόν το σώμα χωρίς το πνεύμα του είναι νεκρό και αναίσθητο, έτσι εκείνος που νεκρώθηκε από τα πάθη εξαιτίας της παραμελήσεως των εντολών μετά το βάπτισμα, γίνεται ανενέργητος και αφώτιστος από το Άγιο Πνεύμα και από τη χάρη του Χριστού. Έχει βέβαια το Πνεύμα, αφού πίστεψε και αναγεννήθηκε με το βάπτισμα. Το έχει όμως ανενέργητο και ακίνητο γιατί είναι ψυχικά νεκρός. Η ψυχή είναι μία και τα μέλη του σώματος πολλά, όλα ωστόσο τα κρατεί και τα ζωοποιεί η ψυχή, η οποία και κινεί όσα είναι δεκτικά ζωής· όσα όμως νεκρώθηκαν κι έμειναν ακίνητα από κάποια ασθένεια που πέρασαν, η ψυχή τα συγκρατεί, πλην άζωα και αναίσθητα. Έτσι και σε όλα γενικά τα μέλη του Χριστού υπάρχει όλο το Πνεύμα του Χριστού, που δίνει ενέργεια και ζωή σε όσα μπορούν να μετέχουν στη ζωή, αλλά κι εκείνα που δεν μπορούν κι είναι ασθενικά, τα συγκρατεί σαν μέλη από φιλανθρωπία. Γι' αυτό και κάθε πιστός μετέχει μέσω της πίστεως στην υιοθεσία του Πνεύματος, μπορεί όμως να μείνει ανενέργητος και αφώτιστος εξαιτίας της αμέλειας και της απιστίας, στερούμενος το φως και τη ζωή του Ιησού. Έτσι, κάθε πιστός είναι μέλος Χριστού και έχει Πνεύμα Χριστού, μπορεί όμως να είναι ανενέργητος και ακίνητος και ακατάλληλος για τη μετοχή στη χάρη.

130. Οι οκτώ γενικές θεωρίες είναι οι εξής: Πρώτη, η θεωρία περί του Θεού που είναι πάνω από κάθε σχήμα, άναρχος, άκτιστος και αίτιος των όλων, δηλαδή περί της μιάς τριαδικής και υπερούσιας Θεότητας. Δεύτερη, η θεωρία της θέσεως και διατάξεως των νοερών δυνάμεων. Τρίτη, της δημιουργίας των όντων. Τέταρτη, της οικονομίας και συγκαταβάσεως του Λόγου. Πέμπτη, της αναστάσεως όλων των νεκρών. Έκτη, της φοβερής δευτέρας παρουσίας του Χριστού. Έβδομη, της αιώνιας κολάσεως. Όγδοη, της βασιλείας των ουρανών. Οι τέσσερις πρώτες αναφέρονται σε παρελθόντα και γεγονότα, οι άλλες τέσσερις στα μέλλοντα και αφανέρωτα ακόμη. Και όλες θεωρούνται με διαύγεια και κατορθώνονται από εκείνους που απέκτησαν με τη χάρη μεγάλη καθαρότητα του νου. Όποιος τις επιχειρεί χωρίς το θείο φωτισμό, να ξέρει ότι σχηματίζει στο νου του φαντασίες και όχι θεωρίες, που τις πλάθει και τις προβάλλει με τη φαντασία του.

131. Τώρα είναι ανάγκη να μιλήσομε κατά δύναμη και περί πλάνης, γιατί εξαιτίας των πολλών τεχνασμάτων και τρόπων που χρησιμοποιεί στις ενέδρες της είναι δύσκολο να τη διακρίνεις και σχεδόν αδύνατο να την καταλάβεις. Η πλάνη λοιπόν με δύο τρόπους φανερώνεται ή μάλλον έρχεται κατεπάνω μας, με τη φαντασία ή με την ενέργεια, αν και οι δύο αυτές μορφές έχουν την ίδια αιτία, την υπερηφάνεια. Η πρώτη είναι αρχή της δεύτερης, η δεύτερη αρχή της τρίτης που δημιουργείται από έκσταση.

Γιατί αρχή της θεωρίας με τη φαντασία είναι η οίηση, η οποία κάνει τον άνθρωπο να φαντάζεται το Θεό με κάποιο σχήμα, κι από αυτό ακολουθεί η πλάνη της φαντασίας προς εξαπάτηση· από την πλάνη γεννιέται η βλασφημία και στη συνέχεια η δειλία λόγω των αλλόκοτων οραμάτων κατά την εγρήγορση ή τον ύπνο, πράγμα που ονομάζεται τρόμος και ταραχή της ψυχής. Την υπερηφάνεια δηλαδή την ακολουθεί η πλάνη, την πλάνη η βλασφημία, τη βλασφημία η δειλία, τη δειλία ο τρόμος, τον τρόμο η έκσταση των φρενών. Αυτός είναι ο πρώτος τρόπος της πλάνης της φαντασίας. Ο δεύτερος τρόπος, της κατ' ενέργειαν πλάνης, είναι ο εξής. Αρχίζει από την ηδυπάθεια, η οποία γεννιέται από τη φυσική δήθεν επιθυμία. Από την ηδονή δηλαδή γεννιέται η ακολασία των ακατονόμαστων ακαθαρσιών.

Αφού αυτή πυρώσει όλη τη φύση του ανθρώπου και θολώσει το λογικό με φαντασίες συνουσιασμών, φέρνει το νου σε έκσταση και με τη μέθη από την ενέργεια της πυρώσεως τον οδηγεί σε παραλογισμό και τον κάνει να λέει ψευδοπροφητείες βλέποντας τάχα οράματα από κάποιους Αγίους και ακούγοντας λόγους τους, τους οποίους φανερώνει αυτός, μεθυσμένος από τη ζάλη του πάθους και με συμπεριφορά έξαλλη και δαιμονική. Τους ανθρώπους αυτούς οι κοσμικοί, ξεγελασμένοι από την πλάνη τους, τους ονομάζουν ψυχάρια (ψυχούλες). Συχνάζουν δε και παραμένουν σε ναούς κάποιων Αγίων, πιστεύοντας ότι τους κατέχει το πνεύμα τους και από αυτούς τάχα ενεργούνται και βασανίζονται, και όσα δέχονται απ' αυτούς, τ' αναγγέλλουν στους ανθρώπους. Αυτούς πρέπει κυρίως να τους ονομάζουν δαιμονισμένους και εξαπατημένους και υποδουλωμένους στην πλάνη, και όχι προφήτες που προλέγουν τα παρόντα και τα μέλλοντα.

Γιατί ο ίδιος ο δαίμονας της ακολασίας, αφού σκότισε το νου τους με την ενήδονη πύρωση, τους οδηγεί σε έκσταση φρενών, δείχνοντάς τους κατά φαντασίαν κάποιους Αγίους και ανάλογες συνομιλίες και οράσεις· κάποτε και οι ίδιοι οι δαίμονες παρουσιάζονται σ' αυτούς, για να τους φέρουν σε ταραχή και σε δειλία. Αφού δηλαδή τους έδεσε στο ζυγό του σατανά, τους σπρώχνει ολοταχώς στην κατ' ενέργειαν πλάνη, για να τους έχει στα χέρια του δούλους μέχρι θανάτου, που θα τους παραπέμψει στην κόλαση.

132. Πρέπει να γνωρίζομε ότι υπάρχουν τρεις γενικές αιτίες για να έρθει η πλάνη στους ανθρώπους: η υπερηφάνεια, ο φθόνος των δαιμόνων και η παιδαγωγική παραχώρηση του Θεού. Αιτία της υπερηφάνειας είναι η ελαφρότητα του νου, αιτία του φθόνου η προκοπή, και της παιδαγωγικής παραχωρήσεως, η αμαρτωλή ζωή. Η πλάνη που προέρχεται από το φθόνο των δαιμόνων και την οίηση μόνο, γιατρεύεται γρήγορα, όταν μάλιστα ταπεινωθεί η ψυχή. Η παράδοση όμως στο σατανά λόγω αμαρτίας, πολλές φορές παρατείνεται, κατά παραχώρηση Θεού, ως το θάνατο, για τη συγχώρηση του ανθρώπου. Κάποτε ο Θεός αφήνει να παιδεύονται και μη αμαρτωλοί, για τη σωτηρία τους. Πρέπει ακόμη να γνωρίζομε ότι και αυτός ο δαίμονας της οιήσεως προλέγει τα μέλλοντα σ' εκείνους που δεν προσέχουν με ακρίβεια την καρδιά τους.

133. Κατά την ανακαίνιση με το βάπτισμα, χρίονται αληθινοί ιερείς και βασιλείς(Αποκ. 5,10) όλοι οι ευσεβείς, όπως τότε οι παλιοί κατά τον τύπο. Γιατί όλοι εκείνοι αποτελούσαν προτυπώσεις της δικής μας αλήθειας· όχι για κάποιους μόνο, αλλά όλοι προτύπωναν όλους εμάς. Γιατί ούτε είναι ομοιότροπη και ομοειδής η δική μας βασιλεία και ιερατεία, όπως εκείνων, αν και τα σύμβολα είναι τα ίδια. Ούτε υπάρχει διάκριση στη χρίση ανάλογα με τη φύση ή τη χάρη ή την κλήση, ώστε να είναι διαφορετικοί εκείνοι που χρίονται. Αλλά έχομε μία και την ίδια κλήση και πίστη και μορφή, η οποία δηλώνει και φανερώνει, σύμφωνα με την αλήθεια, ότι έγινε κανείς καθαρός, απαθής και αφιερωμένος ολοκληρωτικά στο Θεό και τώρα και στη μέλλουσα ζωή.

134. Εκείνος λαλεί σοφία με το στόμα του και σύνεση με τη μελέτη της καρδιάς του(Ψαλμ. 48,4), ο οποίος από τα όντα φανερώνει καθαρά τον Θεό Λόγο, την ενυπόστατη Σοφία του Θεού και Πατέρα. Γιατί μέσα στα όντα θεωρεί τους λόγους των αρχετύπων που τα χαρακτηρίζουν και με τον ενεργό, ζωντανό λόγο του λαλεί με το στόμα του σοφία από τη θεία σοφία· και καθώς φωτίζεται στην καρδιά από τη δύναμη της μεταμορφωτικής συνέσεως που μελετά στο πνεύμα του, μπορεί να πράττει και να φωτίζει με τη σύνεση εκείνους που ακούνε με πίστη.

135. Η μεγάλη αντίπαλος της αλήθειας, αυτή που τραβά σήμερα τους ανθρώπους στην απώλεια, είναι η πλάνη. Εξαιτίας της κυριάρχησε στις ψυχές των ραθύμων η σκοτεινή άγνοια και τους αποξένωσε από το Θεό. Αυτοί δεν αναγνωρίζουν ως Θεό το Χριστό, ο οποίος μάς αναγέννησε και μας φώτισε, ή τον πιστεύουν και τον αναγνωρίζουν απλώς και μόνο στα λόγια και όχι στην πράξη. Πιστεύουν ότι μόνο στους παλιούς φανερωνόταν ο Θεός, όχι όμως και σ' εμάς. Νομίζουν πως οι μαρτυρίες της Γραφής περί Θεού δεν αφορούν αυτούς, αλλά άλλους ή εκείνους που τις έγραψαν, και βλασφημούν την περί Θεου διδασκαλία, αφού απαρνούνται την αληθινή και με επίγνωση ευσέβεια.

Τις Γραφές τις διαβάζουν σωματικά μόνο, για να μην πω ιουδαϊκά, και απαρνούνται τη δυνατότητα τής από εδώ αναστάσεως του ανθρώπου μέσω της αναστάσεως της ψυχής, επιθυμώντας να κατοικούν στον τάφο της αγνωσίας. Στην πλάνη λοιπόν υπάρχουν τα τρία αυτά πάθη: απιστία, πονηρία και ραθυμία. Αυτά γεννούν και υποστηρίζουν το ένα το άλλο. Η απιστία δηλαδή, είναι δάσκαλος της πονηρίας, η πονηρία είναι σύντροφος της ραθυμίας, της οποίας σύμβολο είναι η οκνηρία. Ή αντιστρόφως, η ραθυμία γεννά την πονηρία, όπως είπε ο Κύριος: «Πονηρέ δούλε και οκνηρέ»(Ματθ. 25,26). Η πονηρία είναι μητέρα της απιστίας. Γιατί κάθε πονηρός είναι άπιστος, κι όποιος δεν πιστεύει, δεν έχει φόβο Θεού. Από την απιστία τώρα, γεννιέται η ραθυμία, η μητέρα της καταφρονήσεως, από την οποία αμελείται κάθε καλό και διαπράττεται κάθε κακό.

136. Η αληθινή πίστη περί Θεού και η απλανής γνώση των όντων αποτελούν την τέλεια ορθοδοξία των δογμάτων. Γι' αυτό και ο ορθόδοξος οφείλει να δοξολογεί με αυτά τα λόγια: «Δόξα Σοι Χριστέ ο Θεός ημών, δόξα Σοι. Γιατί Εσύ έγινες άνθρωπος για χάρη μας, υπερούσιε Θεέ Λόγε, και είναι μέγα το μυστήριο της οικονομίας Σου, Σωτήρα μας· δόξα Σοι».

137. Σύμφωνα με τον Άγιο Μάξιμο, τρεις είναι οι αδιάβλητες και ακατάκριτες αιτίες για τις οποίες κανείς συγγράφει λόγους: η πρώτη, για υπενθύμιση δική του· η δεύτερη, προς ωφέλεια των άλλων και η τρίτη, η συγγραφή από υπακοή. Από την τελευταία αυτή αιτία γράφτηκαν τα περισσότερα πατερικά έργα, για χάρη εκείνων που με ταπείνωση τα ζήτησαν. Εκείνος όμως που γράφει λόγους για τις αρετές με στόχο να αρέσει και να δοξαστεί και να επιδειχθεί, πήρε κιόλας το μισθό του(Ματθ. 6,5 & 16) και δεν έχει καμιά ωφέλεια εδώ ή μισθό στη μέλλουσα ζωή· αυτός θά καταδικαστεί ως ανθρωπάρεσκος και δόλιος και καπηλευόμενος το λόγο του Θεού(Β΄ Κορ. 2,17).


----------------------------------------------------------
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, δ΄τόμος, σελ. 176-211).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου