Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Πῶς μέ τήν προσευχή γίνεσαι, καθαρός, ἐλαφρύς, διαυγής, χαριέστατος, γλυκύς, μαλακός σάν βαμβάκι, πλήρης σοφίας καί γνώσεως. Γέροντος Ἰωσήφ Ἡσυχαστοῦ

Πῶς μέ τήν προσευχή γίνεσαι, καθαρός, ἐλαφρύς, διαυγής, χαριέστατος, γλυκύς, μαλακός σάν βαμβάκι, πλήρης σοφίας καί γνώσεως. Γέροντος Ἰωσήφ Ἡσυχαστοῦ


 

  Επιστολή Εικοστή Πέμπτη
Καταπαύουν οι αισθήσεις και αρπάζεται
ο ευχόμενος εις θεωρίαν
Αυτό που γεύτηκες παιδί μου στην προσευχή σου εκείνο το βράδυ είναι η ενέργεια της Χάρης. Αυτό γύρευε να σου το δώσει πάλι  ο Κύριος, όταν θελήσει.
Γνωρίζω έναν αδελφό που μία μέρα συνάντησε πολλούς πειρασμούς και  πέρασε όλη την ημέρα εκείνη με δάκρυα χωρίς καθόλου να γευτεί (τη χάρη).
Καθισμένος λοιπόν σε μία πέτρα κατά τη Δύση του ηλίου έβλεπε στην κορυφή το Ναό της Μεταμορφώσεως και κλαίγοντας παρακαλούσε, λέγοντας με πόνο:
    Κύριε, καθώς μεταμορφώθηκες στους μαθητές Σου μεταμορφώσου και στην ψυχή μου! Πάψε τα πάθη, ειρήνευσε την καρδιά μου! Δώσε ευχή στον ευχόμενο και κράτησε τον ακράτητο νου μου!
Ξεστομίζοντας με πόνο τέτοια (λόγια), ήλθε από εκεί από τον Ναό, μία πνοή σαν αέρας λεπτός γεμάτος ευωδία. Όπου, όπως μου έλεγε, γέμισε την ψυχή του χαρά, φωτισμό, θεία αγάπη κι άρχισε μέσα του, από την καρδιά του, να αναβλύζει με μέλι (γλυκύτητα) αδιάλειπτα η ευχή.
Οπότε αφού σηκώθηκε, εισήλθε εκεί που καθόταν, διότι είχε αρχίσει να νυχτώνει· και σκύβοντας την κεφαλή στο στήθος άρχισε να γεύεται τον γλυκασμό, ο οποίος έρρεε από την ευχή που του δόθηκε. Και ευθύς αρπάχτηκε σε θεωρία, και βρέθηκε όλος εκτός εαυτού.
Δεν περικλείεται από τοίχους και βράχους. Έξω από κάθε θέληση. Σε μία γαλήνη, σε άπλετο φως και απεριόριστο εύρος. Χωρίς σώμα. Και μόνο ένα περιστρέφεται στον νου του: να μην γυρίσει πλέον στο σώμα αλλά εκεί όπου βρίσκεται να μείνει για πάντα.
Αυτή ήταν η πρώτη θεωρία που είδε εκείνος ο αδελφός και πάλι ήρθε στον εαυτό του και αγωνιζόταν πώς να σωθεί.
…..
Λοιπόν οι δύο τρόποι της προσευχής είναι καλοί.
Αν και ο δεύτερος με τα λόγια είναι επίφοβος αλλά πιο καρποφόρος. Εγώ και τους δύο μεταχειρίζομαι κάθε εσπέρας. Πρώτα με λόγια κι αφού κουραστώ και δεν βρίσκω καρπόν τον κλείνω (τον νου) στην καρδιά.
Είδα εγώ εκείνο τον αδελφό, που όταν ήταν νέος 28-30 χρονών έξι ώρες κατέβαζε τον νουν στην καρδιά του και δεν τον συγχωρούσε να βγει έξω από τις εννέα το απόγευμα μέχρι τις τρεις τη νύχτα. Είχε ρολόι που χτυπούσε τις ώρες. Και γινόταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Και κατόπιν σηκωνόταν και εργαζόταν στις υπόλοιπες δραστηριότητές του.
Λοιπόν, εν ολίγοις, για να κερδίσει ελευθερία ο άνθρωπος οφείλει να σαπίσει το σώμα του και να αψηφά τον θάνατον.
Η προσευχή που γίνεται με τα λόγια πάλι νοερά γίνεται χωρίς φωνή και λέγεται αίτησις, ικεσία. Λοιπόν αυτός που θα αρχίσει την ικετήρια ευχή αρχίζει έτσι: «Θεέ αόρατε, ακατάληπτε ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, η μόνη δύναμη και βοήθεια πάσης ψυχής, ο μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος, η ζωή μου, η χαρά, η ειρήνη….» και εξακολουθεί αρκετή ώρα με τέτοια αυτοσχέδια προσευχή.
Και εάν μεν ενεργήσει η χάρη αμέσως ανοίγεται θύρα και φθάνει στην πύλη του ουρανού. Και σαν στύλος ή φλόγα πυρός ανεβαίνει η προσευχή. Και αυτή τη στιγμή γίνεται η αλλοίωσις. Σε περίπτωση δε που δεν ενεργήσει η χάρη αλλά γίνεται σκορπισμός του νου, τότε κλείνει (τον νου) στην καρδιά κυκλικά. Και σαν να είναι μέσα σε φωλιά,  ησυχάζει και δεν μετεωρίζεται – σαν η καρδιά να είναι τόπος κλεισούρας και φυλακής του νου.
Ενώ, όταν γίνει αλλοίωσις γίνεται στη μέση της αιτήσεως-ικεσίας. Και πλημμυρίζοντας από χάρη γεμίζει φωτισμό και άπειρη χαρά. Οπότε αδυνατώντας ο δεχόμενος τη χάρη να κρατήσει το πυρ της αγάπης καταπαύονται οι αισθήσεις και αρπάζεται σε θεωρία.
Μέχρι εδώ είναι οι κινήσεις της ίδιας θελήσεως του ανθρώπου Πέρα από αυτό το σημείο δεν έχει πλέον εξουσία ο ίδιος μήτε γνωρίζει τον εαυτό του. Διότι ενώθηκε πλέον αυτός με το πυρ και μετουσιώθηκε όλος και θεώθηκε κατά χάριν.
Αυτή είναι η θεία συνάντηση, που τα τείχη φεύγουν και ο ευχόμενος αναπνέει άλλον αέρα  διανοίας, ελεύθερο πλήρη ευωδίας του παραδείσου. Υστερα πάλι σιγά σιγά συστέλεται η νεφέλη της χάρης και σκληραίνει ο πήλινος (άνθρωπος} όπως το κερί κι έρχεται στον εαυτό του σαν να βγήκε από ένα λουτρό καθαρός, ελαφρύς, διαυγής χαριέστατος γλυκύς μαλακός σαν το βαμβάκι και πλήρης σοφίας και γνώσεως.
Μόνο που εκείνος που τα θέλει αυτά οφείλει να βαδίζει προς τον θάνατο σε κάθε στιγμή.
————————————————————————————–

*Ελεύθερη απόδοση σε απλή νεοελληνική

——————————————————————————————–
Από το βιβλίο: Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας, 
Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού, σελ. 151-154
=================================================================================================

«Γέροντα, πές τώρα νά ἔχω προσευχή… Ἄντε, θά ᾿χῃς πλημμύρα προσευχῆς»ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ!!!

«Γέροντα, πές τώρα νά ἔχω προσευχή… Ἄντε, θά ᾿χῃς πλημμύρα προσευχῆς»


 Βυζαντινά Μοναστήρια  | www.monasteriesingreece.gr
  Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΞΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
 ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ
 ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ
Τό 1929, πέρασε ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, ὅπως ἀνεφέρθῃ προηγουμένως, ὁ Γέροντας Ἰωσήφ, γνώρισε κάποιες ἐνάρετες χῆρες, Μικρασιάτισσες, πού εἶχαν μεγάλο πόθο καί δίψα Θεοῦ. Ἀπό τότε ἀλληλογραφοῦσε μαζί τους καί προσπαθοῦσε νά τίς καθοδηγήσῃ στήν τελειότητα τῆς προσευχῆς, στήν πλήρη ἀφοσίωσι καί στή λατρεία τοῦ Θεοῦ. Κι᾿ ἐκεῖνες, γευόμενες τούς γλυκεῖς καρπούς τῆς προσευχῆς, ἄρχισαν νά ἐπιζητοῦν τό ἅγιο καί ἀγγελικό Σχῆμα.
Τά γράμματα τοῦ Γέροντος ἦσαν ἁπλά καί ἀνεπιτήδευτα, ἀλλά γεμάτα σοφία καί πολλή ἀγάπη. Σέ κάποια ἀπ᾿ αὐτά ἔγραφε:
«Ἐζητήσατε, τέκνον τοῦ ἀγαθοῦ μας Θεοῦ, ἐάν θέλῃ ὁ Κύριος νά λάβῃς τό ἅγιον Σχῆμα. Ἐσύ, ἀδελφή μου, ἀφ᾿ ὅτου εἶδες τόν κόσμον βαδίζεις εἰς τόν δρόμον τοῦ Θεοῦ, καί ποτέ σου ἄλλο δέν ζήτησες ἀπό τό θέλημα τοῦ Κυρίου. Λοιπόν, μήν ἀμφιβάλλῃς ὅτι εἶναι καιρός νά φορέσῃς καί τό ἅγιον Σχῆμα, ἀφοῦ καί χωρίς Σχῆμα ἤδη εἶσαι καλόγρια, καί τώρα πού ἐγήρασες τί ἔργα ζητεῖς;»1.
Τελικά, τό 1930, γιά νά τίς βοηθήσῃ καλύτερα, ἀποφάσισε νά τίς μαζέψῃ καί νά μείνῃ γιά λίγο μαζί τους. Τοῦ παρεχωρήθη ἕνα ἄδειο μοναστήρι πού ἦταν σ᾿ ἕνα ἔρημο χωρό, τήν Γεροβίτσα, πού βρίσκεται κοντά στό Ζύρνοβο τῆς Δράμας, τό σημερινό Κάτω Νευροκόπι.
Τό μοναστήρι ἦταν κατεστραμμένο, σχεδόν ἐρείπιο, γι᾿ αὐτό καί φώναξε τόν ἀδελφό του Λεονάρδο ἀπό τήν Ἀθήνα νά τόν βοηθήσῃ στά κτίσματα.
Ἐκεῖ στό Ζύρνοβο ἔκανε πέντε μοναχές: τήν Θεοδώρα πού ἦταν μιά ἀγιασμένη ψυχή, τήν ὁποία ὥρισε ὡς ἡγουμένη, τήν Εὐπραξία, πού ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία μετά τήν κοίμησι τῆς Θεοδώρας, μιά ἄλλη Εὐπραξία, τήν “Κλαίο-Μαρία”, πού ὅλο ἔκλαιγε ἀπό πολλή κατάνυξι καί τήν Φεβρωνία.
Οἱ μοναχές τοῦ Γέροντος ἦσαν πολύ ἐνάρετες ψυχές καί ὅλες Πόντιες. Τούς ἔμαθε τήν νυκτερινή ἀγρυπνία μέ τήν Νοερά προσευχή. Καί αὐτές, ἔλεγαν τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, μοιρολογώντας στά τούρκικα: «Ζακλίμ Ἰησοῦ, Ζακλίμ Ἰησοῦ,» δηλαδή: “γλυκύτατε Ἰησοῦ!”
Ἀγρυπνοῦσαν γονατισμένες καί ἔλεγαν λόγια στόν Χριστό μέ πολύ κλαυθμό, ἡ μία ξεχωριστά ἀπό τήν ἄλλη στά κελλάκια τους. Πήγαινε ὁ Γέροντας μέ τό κομποσχοίνι νά τίς ἐπισκεφθῇ νά δῇ ἄν ἀγρυπνοῦν ἤ ὄχι καί δέν τόν ἔπαιρναν εἴδησι ἀπό τόν πολύ κλαυθμό καί τήν κατάνυξι πού εἶχαν!
Ἡ μοναχή Θεοδώρα εἶχε πολλή “πνευματική συγγένεια” μέ τόν Γέροντα Ἰωσήφ. Ὁ ἴδιος ἀναφέρει σέ μία ἀπό τίς ἐπιστολές του ὅτι καί τήν ἀναπνοήν της αἰσθάνθηκε. Ἐνῶ δηλαδή ἐκεῖνος ἦταν πλέον στό Ἅγιον Ὄρος καί προσηύχετο, ξαφνικά τρόπον τινά ἔφυγε ὁ τόπος, διότι ἡ Χάρις δέν γνωρίζει τόπο καί χρόνο, καί τήν αἰσθανόταν δίπλα του, ἐνῶ ἐκείνη ἦταν ἔξω στόν κόσμο.
Ἀνάμεσα στίς χῆρες πού ἔκειρε μοναχή ὁ Γέροντας, ἦταν καί μία ἐξαιρετικά ἁγία ψυχούλα, ἡ ὁσιωτάτη μοναχή Εὐπραξία. Ἐνῶ ἀκόμα ἐκείνη ἦταν λαϊκή στή Θεσσαλονίκη καί ὁ Γέροντας Ἰωσήφ μέ τόν πατέρα Ἀρσένιο στή Δράμα, αὐτή εἶπε στίς γνωστές της:
Εἶδα ἕναν Γέροντα, ἔτσι καί ἔτσι, καί αὐτός θά μέ κάνῃ καλόγρια.
Ἄντε βρέ, τῆς λένε, πού πιστεύεις στά ὄνειρα;
Δέν ξέρω, ἔτσι εἶδα, ἀπαντᾷ.
Πράγματι, ὅταν ἔφθασε ὁ Γέροντας στή Θεσσαλονίκη, κατά θεία συγκυρία, συναντήθηκαν καί τελικά τήν ἔκειρε μοναχή μέ τό ὄνομα Εὐπραξία! Ἐπειδή ὅμως ἦταν Πόντια, Τραπεζούντια, δέν ἤξερε τά Ἑλληνικά καλά καί ἄντί νά λέῃ Εὐπραξία, ἔλεγε Ἀπραξία.
Πῶς ἐκλήθης ἀδελφή;
Τήν ρωτοῦσαν κι᾿ ἐκείνη ἀπαντοῦσε:
Ἀπραξία!
Ὅταν ἔγινε μοναχή ἀκόμα καί τό Ψαλτήρι στά τούρκικα τό διάβαζε. Ὅταν διάβαζε τό Ὡρολόγιον κι᾿ ἄλλα ἐκκλησιαστικά βιβλία, δέν καταλάβαινε καί γι᾿ αὐτό ἔκλαιγε συνέχεια καί παρακαλοῦσε τόν Θεό νά τήν φωτίσῃ νά «γινώσκῃ ἅ ἀναγινώσκῃ». Ἕνα βράδυ, μετά ἀπό ποταμούς δακρύων, εἶδε στόν ὕπνο της τόν ἅγιον Ἰωάννην τόν Θεολόγον πού τῆς ἔδωσε κάτι νά πιῇ μ᾿ ἕνα κουταλάκι. Ὅταν ξύπνησε, αἰσθάνθηκε ὅτι μποροῦσε νά διαβάζῃ ὁ,τιδήποτε καί νά τό καταλαβαίνῃ πλήρως. Ἀμέσως πῆρε τό Ὡρολόγιον καί τά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας στά χέρια της, τά διάβαζε καί τά καταλάβαινε ὅλα!
Ἡ Γερόντισσα Εὐπραξία ἦταν πολύ ἀσκητική, ἀλλά ἡ μεγαλύτερη ἀρετή της ἦταν ὅτι εἶχε πολλή πίστι στόν Γέροντα. Ὅ,τι τῆς ἔλεγε ὁ Γέροντας τό δεχόταν σάν ἀποκάλυψι! Μάλιστα, συχνά συνέβαινε καί ἡ ἀκόλουθη χαριτωμένη στιχομυθία. Πρίν ξεκινήσει τήν ἀγρυπνία της, πήγαινε στόν Γέροντα καί τοῦ ἔλεγε:
Γέροντα, πές τώρα νά ἔχω προσευχή.
Ἀντε, θά ᾿χῃς προσευχή.
Ὄχι ἔτσι, Γέροντα. Δέν τό εἶπες μέ τήν καρδιά σου. Πές, πές, πές, τοῦ ξαναλέει.
Ἄντε, θά ᾿χῃς πλημμύρα προσευχῆς.
Τῆς λέγει ὁ Γέροντας.
Ἔ, τώρα, εὐχαριστῶ, Γέροντα.
Καί πῶς ὁ Θεός σφραγίζει τό στόμα τοῦ Γέροντος! Πράγματι, μέ τό πού τῆς ἔλεγε ἔτσι, πλημμύρα Χάριτος ἐρχόταν!
Τόση πίστι εἶχε ἡ ἀγαθή Γερόντισσα στόν Γέροντά της, πού ἔλεγε:
Γέροντα, νά σέ πάρω στόν ὦμο μου, νά σ᾿ ἔχω στόν ὦμο μου καί τότε δέν φοβᾶμαι. Καί στά Ἱεροσόλυμα πηγαίνω περπατώντας.
Καί ἐπειδή εἶχε αὐτή τήν εὐλάβεια στόν Γέροντά της, εἶχε πετύχει πολλά στήν προσευχή. Ἔκανε πολλή ὥρα Καρδιακή προσευχή καί ἔφθασε σέ μεγάλη ἀπάθεια καί ὑψηλή πνευματική κατάστασι. Ὅταν ἔμπαινε ὁ Γέροντας καμιά φορά στό κελλί της τήν σκουντοῦσε καί συνήρχετο, δηλάδη, βρισκόταν σέ προστάδιο θεωρίας. Σίγουρα θά εἶχε καί ἐκστάσεις. Ἦταν βέβαια πάντοτε καλῆς προαιρέσεως, ἀγιασμένη καί μυροβλυσμένη.
Ἔλεγε ὁ Γέροντας, πώς ἡ μοναχή Εὐπραξία εἶχε τόση Χάρι ἀπό τόν Θεό, πού στό μοναστήρι, ὅταν ἦταν, ἔβγαλε καί δαιμόνιο ἀπό ἕνα παιδάκι.
Εἶχε ἔρθει ἕνα παιδί στόν ναό τοῦ μοναστηριοῦ κατά τήν θεία Λειτουργία. Ὅταν τελείωσε ἡ θεία Λειτουργία, τό παιδί πλησίασε τόν ἱερέα παρακαλώντας τον νά τοῦ διαβάσῃ κάποια εὐχή καί νά τό σταυρώσῃ, διότι εἶχε δαιμόνιο.
Ὁ ἱερέας εἶπε στό παιδί:
Παιδί μου, πήγαινε σ᾿ ἐκείνη τήν μοναχή νά σέ σταυρώσῃ. Ἐκείνη ἔχει τήν δύναμι νά γίνῃς καλά.
Τό παιδί ἔκανε ὑπακοή καί πῆγε καί τήν παρακάλεσε:
Γερόντισσα, σταύρωσέ με.
Παιδί μου, τοῦ λέει, στόν ἱερέα νά πᾶς, ἐκεῖνος ἔχει τήν Χάρι καί τήν δύναμι. Ἐγώ εἶμαι μία ἁπλή μοναχή.
Μά, λέγει τό παιδί, ἐκεῖνος μέ ἔστειλε σέ σένα νά μέ σταυρώσῃς. Σταύρωσέ με, σέ παρακαλῶ, ἀδελφή. Εἶναι τόσο δύσκολο;
Ἦρθε σέ δύσκολη θέσι ἡ ἀγαθή Γερόντισσα, ἀλλά τί νά κάνῃ στήν τόση ἐπιμονή τοῦ παιδιοῦ; Τό σταύρωσε καί ἀμέσως τό δαιμόνιο «ὅπου φύγει, φύγει»! Καί τό παιδί θεραπεύτηκε ἐντελῶς.
Ἡ μοναχή Φεβρωνία ἐπειδή ἦταν νέα καί δούλευε πολύ, ἔνιωθε τήν ἀνάγκη νά τρώῃ λίγο παραπάνω. Ἀλλά ἡ Εὐπραξία, πού ἦταν ἡγουμένη μετά τήν κοίμησι τῆς Θεοδώρας, ἦταν πολύ “σφιχτή”. Πόντια ἡ ἴδια καί μεγάλη ἀγωνίστρια, τήν μάλωνε διαρκῶς:
Μήν τρῶς πολύ!
Αὐτή ἡ εὐλογημένη κατέβαζε τό κεφάλι καί κοκκίνιζε ἀπό ντροπή.
Λέει κάποια στιγμή ὁ Γέροντας στήν Εὐπραξία:
Ἄσε τό κορίτσι νά φάῃ, πεινάει.
Αὐτή ἡ γαστρίμαργη εἶναι τέτοια…!
Τῆς λέει ὁ Γέροντας:
Νά μή μιλᾶς!
Ὄχι, αὐτή εἶναι ἔτσι κι᾿ ἔτσι…
Καί ὅταν ἔφευγε τήν μάλωνε πάλι, εἶχε λίγο γλῶσσα στίς ἀρχές. Ἀλλά ὁ Γέροντας Ἰωσήφ ἦταν στρατηγός. Τῆς λέει:
Κοίταξε καλά, ἄν μιλήσῃς τώρα στό τραπέζι, ὅπως εἶναι τό φαΐ μέ τό ταψί, θά τό πετάξω ἀπ᾿ τό παράθυρο!
Μόλις κάθησαν στό τραπέζι τῆς λέει ὁ Γέροντας:
Εὐπραξία! Πρόσεξε!
Ἡ Γερόντισσα Εὐπραξία “ἔπιασε” τό μήνυμα καί σιώπησε γιά λίγο. Τελικά ὅμως δέν τά κατάφερε, τῆς ξέφυγε καί εἶπε:
Κοίτα, Φεβρωνία, μή φᾶς πολύ!!!
Ὅπως ἦταν τό φαΐ, τό πιάνει ὁ Γέροντας καί φάπ! Ἀπ᾿ τό παράθυρο ἔξω!
Ἄϊντε τώρα! Θά τό μαζέψετε καί θά τό φᾶτε μέ τό χῶμα, γιά νά μάθετε.
Ὅμως, ἐπειδή δεχόταν μέ ταπείνωσι ὅλη τήν αὐστηρή παιδεία τοῦ Γέροντος, ὄχι μόνον διορθώθηκε ἀλλά καί ἁγίασε κιόλας. Ἀκόμα καί τά ροῦχα της εὐωδίαζαν. Ἡ ζώνη της κόπηκε μιά φορά καί πῆγε νά τήν ράψῃ ὁ πατήρ Ἀρσένιος καί εὐωδίαζε. Τέτοια ἀσκήτρια ἦταν.
Ὁ παπα – Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης γνώρισε ἐξ ἰδίας πείρας τήν Χάρι πού εἶχαν οἱ εὐλαβεῖς αὐτές Γερόντισσες καί κάποτε διηγήθηκε τίς ἀκόλουθες ἱστορίες γιά τήν ἀδελφή Εὐπραξία. «Κάποτε περίμενα τόν Γέροντα νά ἔλθῃ ἀπ᾿ ἔξω. Εἶχε βγεῖ ἔξω τήν Διακαινήσιμο Ἑβδομάδα. Εἶπε ὁ Γέροντας στίς μοναχές:
Βρῆκα ἕνα παπαδάκι καλό, (γιά μένα ἔλεγε).
Συνεννοήθηκε ἡ Γερόντισσα Εὐπραξία μέ τίς ἄλλες καί μοῦ ἔπλεξαν ἕνα σκουφάκι. Ὅταν ἦρθε ὁ Γέροντας, πῆγε στίς “ἁλυκές” καί δέν ἀνέβηκε πάνω στό καλλυβάκι του. Ἔτσι κατεβήκαμε ὅλοι κάτω. Βγῆκε στό λιμάνι ἀπό τήν βάρκα καί πλησίασα κοντά του.
Φόρεσε αὐτό τό σκουφάκι, μοῦ λέγει.
Μόλις τό φόρεσα, ἀμέσως πῆρα Χάρι, ἐνέργεια προσευχῆς, ἄναψα ἀπό προσευχή καί θεῖον ἔρωτα.
Τί σκουφί εἶναι αὐτό, Γέροντα; ρώτησα ἔκπληκτος.
Νά ἤξερες, λέγει ὁ Γέροντας, τί προσευχές ἔκανε ἡ Γερόντισσα σ᾿ αὐτό τό σκουφάκι! Αὐτά εἶναι κειμήλια».2
 
Μέ τόση ἄσκησι καί προσευχή πέρασαν ὅλη τους τήν ζωή οἱ ἅγιες αὐτές ψυχές. Πράγματικά διαμάντια. Ἡ τελευταία ἀπό τίς πέντε γερόντισσες πού πέθανε ἦταν ἡ Εὐπραξία, ἔζησε περίπου 100 ἔτη.
Ἦταν στή Θεσσαλονίκη καί ὅταν ἦλθε τό τέλος της, εἶδε τούς δαίμονες πού ἦλθαν νά τήν πάρουν.
Γύριζε πρός τά ἀριστερά καί ἔλεγε:
Γκίτ, γκίτ. Δηλαδή “φύγε” στά τούρκικα καί ἔδιωχνε τούς δαίμονες μέ ἀνοιχτά μάτια καί μ᾿ ὅλα τά λογικά της.
Μετά, γύρισε πρός τά δεξιά καί βλέποντας τούς Ἀγγέλους ἔλεγε:
Γκέλ, γκέλ. Δηλαδή: “Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε”.
Κι᾿ ἔτσι ἐκοιμήθη ἡ τελευταία καλόγρια τοῦ ὁσίου Γέροντος Ἰωσήφ.
Ὁ Γέροντας ἠγωνίζετο σκληρά πάντοτε. Δέν γνώριζε τί θά πῇ ὑποχώρισις. Εἶχε πίστι πολύ μεγάλη, ἡ ὁποία ἦταν ἀνάλογη τῶν ἔργων του καί τῶν ἀγώνων του. Ἔλεγε:
«Νά βαδίζετε μέ τήν πίστι καί ὄχι μέ τήν γνῶσι. Ὅλα τά ἔργα σας νά τά κάνετε βασιζόμενοι καί ἐλπίζοντες στόν Θεόν. Ὄχι τί λέγει ἡ γνῶσις, ἀλλά ἡ πίστις τί λέγει».
Μία μοναχή κάποτε ἔγραψε στόν Γέροντα ὅτι εἶναι ἄρρωστη κι᾿ ἄν δέν κάνῃ ἐγχείρησι θά πεθάνῃ. Ἀλλά ἐπειδή ἡ ἀσθένεια ἦταν γυναικολογική, δέν ἤθελε ὁ Γέροντας νά γίνῃ ἡ ἐγχείρησις καί τῆς ἔκανε πολλή προσευχή. Πάνω στήν προσευχή πῆρε τήν πληροφορία ὅτι ἡ ἀσθένεια θά περάσῃ καί ἔτσι τῆς ἔγραψε τελείως ἀντίθετα ἀπό τήν γνώμη τοῦ γιατροῦ, ὅτι δηλαδή θά ζήσῃ χωρίς ἐγχείρησι.
Ἐκείνη ξανάγραψε στό Γέροντα ὅτι ἄν δέν κάμῃ ἐγχείρησι, ὅπως τῆς εἶπε ὁ γιατρός, θά πεθάνῃ.
Ὁ Γέροντας ὅμως ἐπανέλαβε:
Ἔχε πίστι, ἄφησε τα ὅλα στόν Θεό καί προτίμησε τόν θάνατον. Καί τελικά, ἡ μοναχή τοῦ ἔστειλε ἀπάντησι, ὅτι ἡ ἀσθένειά της ὑποχώρησε.
Στίς ἀρχές ὁ Γέροντας ἦταν ἀνυποχώρητος στόν τομέα τῆς ἀρρώστιας καί τῶν γιατρῶν. Ἀργότερα ὅμως, στά τέλη τῆς ζωῆς του, ὑποχωρώντας στίς παρακλήσεις τῶν ὑποτακτικῶν του, δέχτηκε φαρμακευτική περίθαλψι καί εἶδε τήν ὠφέλεια ἀπό τά φάρμακα, ὁμολογώντας:
«Ἦλθαν κοντά μου πολλοί, καί μέ προσευχήν καί νηστείαν ἐθεραπεύθησαν. Τώρα ὅμως, δέν μέ ἀκούει ὁ Κύριος, διά νά μάθω καί τά φάρμακα καί τούς ἰατρούς. Νά γίνω συγκαταβατικός εἰς τούς ἄλλους. Ἐδιάβασα καί τοῦ ἁγίου Νεκταρίου τές ἐπιστολές καί εἶδα πόσον προσεῖχε εἰς τούς ἰατρούς καί τά φάρμακα ἕνας τόσον μεγάλος Ἅγιος! Ἐγώ ὁ πτωχός ἀσκητής ὅλο εἰς τήν ἔρημον ἐγήρασα καί ἤθελα μόνον μέ τήν πίστιν νά θεραπεύσω. Τώρα μανθάνω καί ἐγώ ὅτι χρειάζονται καί τά φάρμακα καί ἡ Χάρις».
Κάποτε ἐπισκέφθηκε ἕνα ἄλλο γυναικεῖο μοναστήρι, ἐκεῖ κοντά στή Δράμα καί ἐπειδή πέρασε ἡ ὧρα ἔτυχε νά κοιμηθῇ στόν ξενῶνα. Οἱ διακονήτριες, πού φρόντιζαν τό κελλί τοῦ Γέροντα, παρατήρησαν ὅτι ὅπως ἀκριβῶς ἔστρωναν τό κρεββάτι του, ἔτσι καί τό εὕρισκαν τήν ἑπομένη. Διότι ὁ Γέροντας καί ὁ πατήρ Ἀρσένιος δέν ἐκοιμῶντο στό πλευρό οὔτε κἄν σέ κρεββάτι, γιά ἄσκησι. Ὅταν ὅμως τό ἔμαθε αὐτό ἡ ἡγουμένη τῆς Μονῆς, τόν κάλεσε καί τοῦ εἶπε:
Ξέρεις νά κάνῃς ὑπακοή Γέροντα;
Ξέρω!
Λοιπόν, ἀπό σήμερα θά ξαπλώνῃς στό κρεββάτι, ὅταν ξεκουράζεσαι.
Δυσκολεύτηκε λίγο ἐσωτερικά ὁ Γέροντας νά ἐγκαταλείψῃ τήν ἄσκησί του, ἀλλά ἀποφάσισε νά κάνῃ ὑπακοή. Γιά πρώτη φορά ὕστερα ἀπό χρόνια κοιμήθηκε σέ κρεββάτι. Καί τί συνέβη; Ὅταν ξύπνησε γιά τήν ἀγρυπνία του εἶχε τόση διανοητική διαύγεια καί ψυχική ἄνεσι, πού θαύμαζε τήν δύναμι τῆς ὑπακοῆς. Στή συνέχεια ἡ ἀγρυπνία του πέρασε μέ πολλή ἐπιτυχία. Καί τότε εἶπε στόν πατέρα Ἀρσένιο:
Ἀπό σήμερα θά ξεκουραζώμαστε στά ξύλινα κρεββάτια.
Ἡ ζωή τοῦ Γέροντα στή Δράμα δέν διέφερε σέ τίποτα ἀπό τήν ζωή του στό Ἅγιον Ὄρος. Ζοῦσε μέ σκοπό τήν “ἀτέλεστη” τελειότητα. Ἔτσι, μόλις ἄκουγε ὅτι κάποιος ἦταν προχωρημένος στήν ἀρετή, ἀμέσως ἔσπευδε νά τόν συναντήσῃ πρός ὡφέλειά του. Ἐνῶ λοιπόν, ἦταν στό μοναστήρι, πῆγαν κάποιοι καί τοῦ εἶπαν:
Εἶναι μιά μοναχή στή Δράμα, πού προφητεύει καί λύνει ὅλα τά προβλήματα.
Θά πάω νά τήν δῶ, εἶπε ὁ Γέροντας.
Αὐτή ἡ μοναχή μιλοῦσε δῆθεν μέ τήν Παναγία καί τῆς “προέλεγε” τά πάντα, ἀκόμα καί γιά τούς ἀνθρώπους πού θά τήν ἐπισκέπτονταν. Ἔτσι πήγαινε πολύς κόσμος.
Πάει ὁ Γέροντας καί τῆς λέει:
Πῶς πῆρες αὐτή τήν Χάρι;
Εἶναι ἀπό τόν Θεό, ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα.
Καί καταλαβαίνεις τίς σκέψεις;
Ναί.
Θά βάλω μία σκέψι στήν καρδιά μου, κι᾿ ἄν τήν βρῇς ἐντάξει. Ἄν δέν τήν βρῇς νά μουγγαθῇς.
Ἔβαλε ὁ Γέροντας κατά νοῦ μία βρισία κατά τοῦ διαβόλου, διότι κατάλαβε ὅτι ὁ διάβολος τῆς τά ᾿λεγε.
Πές μου τήν σκέψι μου.
Βουβάθηκε. Δέν μποροῦσε νά μιλήσῃ.
Μίλα.
Δέν μποροῦσε.
Ἄμα μετανοήσῃς καί σταματήσῃς νά κάνῃς προφητεῖες μέ τόν διάβολο, θά σέ σταυρώσω καί θά γίνῃς καλά.
Αὐτή ἔνευσε ὅτι δέχετε καί ὁ Γέροντας τήν σταύρωσε, λύθηκε τό στόμα της, καί τῆς εἶπε:
Εἶσαι πλανεμένη ἀπό ἐγωϊσμό καί οἴησι. Νά κοιτάξῃς τίς ἁμαρτίες σου καί νά μήν τό ξανακάνῃς αὐτό.
Ἡ μοναχή ἔγινε καλά, ἀλλά δυστυχῶς μετά ἀπό λίγο καιρό ξαναγύρισε στήν πλάνη της.
Ὁ οἰκεῖος Μητροπολίτης πολύ χαιρόταν μέ τήν ἵδρυσι τῆς γυναικείας Μονῆς ἀπό τόν Γέροντα Ἰωσήφ, διότι ἦταν πνευματικός ἄνθρωπος. Μέ τό ὀρθόδοξο φρόνημα πού τόν διέκρινε πίστευε ἀκράδαντα ὅτι ἡ λειτουργία μοναστηριῶν θά ἔφερνε πολλή ὠφέλεια στό ποίμνιό του.
Συνέβη ὅμως κάποια πρόσωπα, πού δέν συμπαθοῦσαν τόν Γέροντα, νά τόν συκοφαντήσουν πολύ ἄσχημα στόν ἐπίσκοπο γιά ζητήματα ἠθικῆς φύσεως, ὅπως τόν ἅγιο Νεκτάριο. Ὁ Μητροπολίτης, κατά παραχώρησι Θεοῦ, ὡς ἄνθρωπος παρεσύρθη. Ἔδωσε βάσι στίς διαβολές χωρίς νά τίς ἐρευνήσῃ καί ἔτσι ἄρχισε νά καταδιώκῃ τόν Γέροντα καί νά τόν ἐμποδίζῃ στό ἔργο του.
Ὁ Γέροντας κατενόησε τήν θέσι τοῦ εὐλαβοῦς Μητροπολίτου καί γιά νά μήν δώσῃ συνέχεια στήν ὑπόθεσι πῆγε καί κρύφθηκε σ᾿ ἕνα γνωστό του σπίτι. Ἐκεῖ διάλεξε μιά ἥσυχη γωνιά καί ἡσύχαζε σάν σέ σπήλαιο. Ἀνησυχοῦσε ὅμως πολύ, διότι δέν γνώριζε τί ἔγιναν οἱ μοναχές του, ἄν τίς ἔδιωξαν ἤ ὄχι. Καί ἐνῷ ἔτσι ἀνησυχοῦσε, συνέβη καί χειρότερος πειρασμός. Ἔμαθε ὅτι οἱ κομιτατζῆδες πῆγαν στό μοναστήρι ὅπου ἦσαν οἱ μοναχές του.
Ἔτσι, λοιπόν, μέ μεγάλη ἀγωνία καί πόνο ἔκανε πολλή προσευχή ὅλη τήν ἡμέρα. Τό βράδυ, ἐξαντλημένος ἀπό τήν ἀγωνιώδη προσευχή καί μισοξυπνητός ὅπως ἦταν, βλέπει τόν ἅγιο Νικόλαο, πρός τιμήν τοῦ ὁποίου ἦταν ἀφιερωμένο τό μοναστήρι νά τοῦ λέγῃ:
Μή στενοχωρῆσαι. Ἐγώ ἔχω ὑπό τήν προστασία μου τίς μοναχές σου.
Συνῆλθε ἀμέσως καί αἰσθάνθηκε παρηγοριά, δέν ἔφυγε ὅμως τελείως ὁ φόβος καί ἡ ἀγωνία. Σέ λίγο, ἐξαντλημένος ἀπό τήν κόπωσι καί τήν στενοχώρια, μόλις βυθίσθηκε γιά λίγο στόν ὕπνον, ἐμφανίζεται ἡ Παναγία καί τόν ἀσπάσθηκε, ἀπό δέ τά φορέματά της ἐξήρχετο ἄρρητος εὐωδία.
Ὁ Γέροντας τότε βρέθηκε σέ κατάστασι ἀπερίγραπτης μακαριότητος. Ὁ φόβος καί ἡ ἀγωνία του ἐξηφανίσθησαν παντελῶς καί γιά μῆνες αἰσθανόταν τήν ὑπερκόσμιο αὐτή εὐωδία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Λίγες ἡμέρες ἀργότερα, πληροφορήθηκε πώς οἱ μοναχές του διαφυλάχθηκαν σῶες καί ἀβλαβεῖς ἀπό τούς πειρασμούς.
 Tων Γιώργου Θεοχάρη, Μιχαήλ
Τό ἑπόμενο γεγονός καταμαρτυρεῖ τήν συνεχῆ ἀσκητική πορεία τοῦ Γέροντος καί στόν κόσμο καί τήν φροντίδα του γιά τούς συγγενεῖς του.
Μία μέρα, στά τέλη τοῦ 1931, καθώς προσευχόταν στήν ἥσυχη γωνιά του, ξαφνικά ἀνεφώνησε μέ ἀγωνία:
Ὁ Νικόλας!
Τί εἶχε συμβεῖ; Ὁ Νικόλαος ἦταν ὁ κατά σάρκα ἀδελφός τοῦ Γέροντα, δέκα χρόνια μικρότερος, πού μέ τήν οἰκονομική βοήθειά του –ὅταν ἦταν στόν κόσμο– καί τῶν συγγενῶν του κατάφερε νά σπουδάσῃ, στήν Ἀνωτάτη Ἐμπορική σχολή καί μέ βραβεῖο μάλιστα. Μόλις τελείωσε τήν σχολή, ὑπηρέτησε τήν ὑποχρεωτική θητεία του, ὅπως καί ὁ ἀδελφός του Γέροντας Ἰωσήφ, στό Ναυτικό.
Ἐνῶ ὑπηρετοῦσε τήν θητεία του, χρειάστηκε νά ἐπισκευάσῃ κάποια ἠλεκτρικά καλώδια ὑψηλῆς τάσεως. Μά φαίνεται κάτι δέν πῆγε καλά καί τόν τίναξε τό ἠλεκτρικό ρεῦμα. Καί τήν στιγμή πού ὁ Νικόλαος ἔπεφτε ἀπό τά ψηλά καλώδια στό ἔδαφος, ὁ Γέροντας Ἰωσήφ τό πληροφορήθηκε στήν προσευχή του.
Ἔσπευσε ἀμέσως στήν Ἀθήνα κι᾿ ἐκεῖ συνάντησε τόν ἀδελφό του, τραυματισμένο σοβαρά στό δεξί του χέρι (ὁ δεξιός ἀντίχειρας του εἶχε σχεδόν ἀχρηστευθῇ). Τό ἀτύχημα ἦταν ἀρκετά σοβαρό, ὥστε ἀπολύθηκε ἀπό τό Ναυτικό μέ σύνταξη 80 δραχμῶν τήν ἐποχή ἐκείνη.
Μετά τήν ἀποθεραπεία του, ὁ Νικόλαος παραχώρησε τήν σύνταξί του στούς ἀνηψιούς του, πού ἦσαν ὀρφανά, καί στά μέσα τοῦ 1933, σέ ἡλικία 25 ἐτῶν, ἔφυγε καί ἦρθε στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά γίνῃ μοναχός κοντά στόν κατά σάρκα ἀδελφό του Γέροντα Ἰωσήφ.
Μετά ἀπό τήν Ἀθήνα ὁ Γέροντας γύρισε πίσω στό Ζύρνοβο. Εἶχε ἤδη συμπληρώσει δύο χρόνια ἐκεῖ. Ἐν τῷ μεταξύ, πέθαναν δύο ἀπό τίς μοναχές του κι᾿ ἔμειναν τρεῖς. Καί ἐπειδή ὁ Ἐπίσκοπος συνέχιζε νά τίς κυνηγάῃ μετέβησαν στήν Οὐρανούπολι. Ἐκεῖ οἱ καλόγριες εἶχαν ἕναν μῦλο καί ἀπό ἐκεῖ ἐσυντηροῦντο.
Ὅμως, ὅσο καιρό ἔμενε ἔξω ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, ὁ Γέροντας δέν γευόταν τήν χάρι τῆς θεωρίας ὅπως στήν ἔρημο γι᾿ αὐτό καί εἶπε στόν πατέρα Ἀρσένιο:
Τί κάνουμε; Ἤρθαμε νά σώσουμε τόν κόσμο, νά κάνωμε καλογριές, καί τώρα ποῦ εἶναι ὁ Θεός; Ἔχασα τόν Θεό μου!
Προφανῶς τοῦ στοίχισε πολύ πού στερήθηκε τούς καρπούς τῆς ἡσυχίας γιά τόσο χρόνο, διότι ἔλεγε κατόπιν στούς ὑποτακτικούς του:
«Ἐγώ, καθώς ἀπεδείχθη, εἶμαι νά φυλάγω τούς βράχους, ὡς ὑστερημένος τοιούτου χαρίσματος, καί ἀνάξιος τῆς διακονίας τοῦ λόγου, «οἴμοι τῷ ταπεινῷ καί γεγηρακότι!» Ὡς εἰκάζω ἐκ τοῦ φαινομένου, δίς προσέκρουσα ἐξ ἁγνοίας τῷ θείῳ θελήματι. Ποίῳ λόγῳ ἐλέγξω τήν ἀθλία ψυχή μου; Ποίῳ δέ τρόπῳ ἐκλιπαρήσω τόν Κύριον μου; Ἤ ποῖον ἔργον ἐργάσομαι ἀρεστόν τῷ Θεῷ μου; Φεῦ μοι τῷ ταπεινῷ! ὅτι ἐξέλιπον τά δάκρυα ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν μου».
Ἔτσι πῆρε τήν ἀμετάκλητη ἀπόφασι νά γυρίσῃ ὁριστικά στήν πολυπόθητο “ἔρημο” τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀλλά δέν μποροῦσε καί νά παρατήσῃ τίς μοναχές του, καί γι᾿ αὐτό τούς εἶπε:
«Τώρα δέν μπορῶ ἄλλο νά συνεχίσω νά ζῶ μαζί σας. Θά πάω στό Ἅγιον Ὄρος νά ζήσω σάν ἀσκητής. Θά μοῦ κάνετε ἀπόλυτη ὑπακοή καί θά ἐπικοινωνοῦμε μέ γράμματα».
Ὅπως ἀπεδείχθη, ἡ ἀλληλογραφία κάλυψε πλήρως τίς πνευματικές τους ἀνάγκες καί ὅλες τους εἶχαν ὁσιακό τέλος μέσα στίς οἰκογένειές τους.
joseph3
Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
  Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο:
“Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής καί σπηλαιώτης”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
Ἐκδόσεις Γ. Γκέλμπεσης
Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Φιλοθέου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτηςhttp://HristosPanagia3.blogspot.com
1Γέροντας Ἰωσήφ, Ἔκφρασις…, σελ. 231-232.
2Ἡ διήγησις ὑπάρχει καί στό βιβλίο: Γέροντας Ἐφραίμ Κατουνακιώτης, Ἔκδ. Ἱ. Ἡσ. Ἅγιος Ἐφραίμ, Κατουνάκια Ἁγίου Ὄρους, 2000, σελ. 204-205

«Ἀνέπαυσες τόν Γέροντα σου! Ἀνέπαυσες τόν Θεό. Δέν ἀνέπαυσες τόν Γέροντα; οὔτε τόν Θεό ἀνέπαυσες!»-ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ!!

«Ἀνέπαυσες τόν Γέροντα σου! Ἀνέπαυσες τόν Θεό. Δέν ἀνέπαυσες τόν Γέροντα; οὔτε τόν Θεό ἀνέπαυσες!»


 
Τό πρῶτο μου μάθημα γιά τήν Εὐχή:
Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης”
Τό χαριτωμένο γεγονός στάθηκε ἡ πρώτη μου γνωριμία μέ τόν πνευματικό πλοῦτο τοῦ πατρός Ἀρσενίου πού ἦταν μέν ἁπλός, ἀλλά ἁγιασμένος.
Εἶχαν περάσει μόλις λίγες μέρες πού εἶχα ἔρθει ἀπό τόν κόσμο καί μοῦ λέει ὁ Γερο-Ἀρσένιος:
  • Ἔλα νά σέ μάθω νά κάνῃς προσευχή, κούτσικο.
Ἐγώ δέν ἤξερα τήν Νοερά προσευχή.
  • Ἔλα στό κελλάκι τό δικό μου.
Ἀλλά τό κελλί του ἦταν μικρό σάν τάφος. Ποῦ νά μᾶς χωρέσῃ καί τούς δυό; Γι᾿ αὐτό μοῦ εἶπε:
  • Ἐγώ θά εἶμαι ὄρθιος στό πάτωμα κι᾿ ἐσύ πάνω στά σανίδια τοῦ κρεββατιοῦ ὄρθιος. Θά βάλουμε τόν νοῦ μας στήν καρδιά καί θά λέμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», καί νά δοῦμε τί θά γίνῃ. Κατάλαβες;
  • Κατάλαβα!
  • Ἀλλά πρόσεξε, μέ τόν νοῦ σου, ὄχι μέ τό στόμα σου. Ὄρθιοι καί σύ καί ἐγώ. Κοίταξε καλά μή νυστάξῃς!
  • Ὄχι, δέν θά νυστάξω.
Ἐγώ, ὅσο μποροῦσα νά καταλάβω περί Νοερᾶς προσευχῆς, προσπαθοῦσα μά δέν κατάφερα τιποτα. Ἀγωνιζόμουν ἀλλά ὁ νοῦς μου ἔφευγε ἐδῶ καί ᾿κεῖ.
Μόλις πέρασε λίγη ὥρα, μοῦ λέει:
  • Καταλαβένεις τίποτα; Νοιώθεις τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ;
  • Ὄχι παππούλη μου.
  • Ἔξωωωω! Τόση ὥρα δέν κατάλαβες τίποτα; Ἐμένα ἡ καρδιά μου ἔγινε τόσο φωτεινή καί χαρούμενη καί σύ τίποτα; Βόδι εἶσαι; Τί κάνεις!
  • Ξέρω κι᾿ ἐγώ τί κάνω!
Μά ἦταν τόσο ἁπλός καί ἁγιασμένος! Νόμιζε πώς ὁ καθένας μποροῦσε νά φθάσῃ τίς καταστάσεις του στό ἄψε-σβῆσε. Ἀλλά αὐτός ἦταν ἄφθαστος. Ἡ ἀκράδανος πίστις του καί ἡ ἀτσαλένια ὑπακοή του στόν Γέροντα Ἰωσήφ τόν εἶχαν γεμίσει πνευματικά χαρίσματα. Ποῦ νά τόν φτάσῃ κανείς;
Καί μοῦ εἶπε ἀπότομα:
  • Ἄντε πήγαινε στό κελλί σου καί ᾿κεῖ θά λές τήν εὐχή!
Πῆγα κι᾿ ἐγώ στό κελλί μου, δίπλα, κι᾿ ἄρχισα νά λέω προφορικά:
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με».
Τάκ-τάκ. Μοῦ χτυπάει τόν τοῖχο.
  • Μή μιλᾶς! Μέ τό νοῦ σου νά προσεύχεσαι, μέ ἐνοχλεῖς!
Ἐγώ δέν μποροῦσα, ἔφευγε τό μυαλό μου. Ὁ ἐνδιάθετος λόγος δέν δούλευε, φρακάριζε ὁ νοῦς, κολλοῦσε ἡ βελόνα. Καί μέ πολεμοῦσε καί ὁ ὕπνος. Καί ποῦ νά κουνηθῶ λίγο μέσα σέ ᾿ κεῖνο τό κλουβί γιά νά ἀντιπολεμήσω τόν ὕπνο; Φοβόμουν πώς ἀπό τήν νύστα θά ἔπεφτα κάτω, πώς θά χτυποῦσα! Γιά νά μείνω ξύπνιος, ἄρχισα νά ψιθυρίζω: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με».
Μά ὁ Γέρο-Ἀρσένιος, μέχρι τήν ὥρα πού πέθανε 97 ἐτῶν, εἶχε ὀξυτάτη ἀκοή. Εἶχε τήν ἀκοή μικροῦ παιδιοῦ. Μ᾿ ἄκουγε, λοιπόν. Τάκ-τάκ. Μοῦ χτυποῦσε τόν τοῖχο. Κατάλαβα ὅτι μέ θέλει πάλι. Πῆγα.
  • Γιατί μιλᾶς;
  • Ὤχ, Θεέ μου! Εὐλόγησον, παππούλη!
Γύρισα πίσω κι᾿ ἄρχισα νά κάνω προσευχή μέ τόν ἐνδιάθετο λόγο γιά νά μήν ἐνοχλῶ τόν παππούλη. Μά τό μυαλό μου δέν κινοῦσε νά πῶ τήν εὐχή, φρακάριζε. Μ᾿ ἔπιανε πάλι ἡ νύστα, κι᾿ ἀναγκαζόμουν νά τήν ψιθυρίζω πολύ σιωπηλά. Ἀλλά ὁ παππούλης μέ ἄκουγε! Πάλι χτυπάει, τάκ-τάκ!
  • Σοῦ εἶπα! Μέ τόν νοῦ!
Τό εἶπα τήν ἑπομένη ἡμέρα στό Γέροντα καί μοῦ λέει:
  • Ψιθύριζέ την παιδί μου, κάποτε θά μεγαλώσῃς! Ἐσύ στήν ἀγρυπνία σου νά κάνῃς ὀκτώ ὧρες προσευχή ἐνῶ ἐμεῖς κάνουμε δέκα-δώδεκα ὧρες.
Φαντασθῆτε τί πνευματικό πλοῦτο εἶχαν συσσωρεύσει αὐτοί οἱ τιτᾶνες τοῦ πνεύματος! Δώδεκα ὧρες Νοερά προσευχή καθημερινῶς. Ποῦ νά τά φθάναμε αὐτά τά μέτρα ἐμεῖς οἱ νεώτεροι! Αὐτά μόνο στά Συναξάρια τῶν μεγάλων Ἀσκητῶν Πατέρων τά συναντοῦμε!
Στήν ἀρχή εἶχα πολλές δυσκολίες στήν προσευχή. Δέν μποροῦσα νά προσφέρω καθόλου τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Νόμιζα ὅτι φρακάριζε τό μυαλό μου, ὁ ἐνδιάθετος λόγος δέν ἐκινεῖτο μέ τίποτε. Οὔτε τό «Κύριε» δέν μποροῦσα νά πῶ. Προσπαθοῦσα μ᾿ ὅλες μου τίς δυνάμεις, ἀλλά δέν προχωροῦσε. «Τί γίνεται τώρα ἐδῶ;»
Ὁ Γέροντας μοῦ ἔλεγε:
  • Μή στενοχωριέσαι, βαβούλη μου. Μόνο ἐπίμενε ἐδῶ. Χτύπα καί θά σπάση. Εἶναι ὁ φλοιός. Ἄμα σπάσῃ ὁ φλοιός τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ὁ σπόρος πού εἶναι μέσα στή γῆ καί ἀρχίζει νά βγάζῃ φύτρο, σπάζει τήν κρέμα τῆς γῆς πού ἔχει ξεραθεῖ, κι᾿ ἔτσι φυτρώνει. Καί ἄμα φυτρώσῃ, θά μεγαλώσῃ, θά ἀνθίσῃ καί θά καρποφορήσῃ. Καί τότε θά χαίρεσαι ἀπολαμβάνοντας τούς καρπούς τοῦ Πνεύματος… καί θά σοῦ ἀνοίγεται ἡ ὄρεξις γιά περισσότερη καρποφορία καί πνευματική ἀπόλαυσι.
Αὐτά πού ἄκουσα, πού ἔμαθα καί κυρίως πού βίωσα κοντά του, γιά δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια θά τά καταθέσω ἁπλά καί μέ λίγα λογάκια.
Ὁ Γέροντας ἀπό τίς πρῶτες ἡμέρες κιόλας ἄρχισε νά μοῦ κλαδεύῃ τό θέλημα, γιά νά μοῦ θεραπεύσῃ τόν ἐγωϊσμό. Στήν ἀρχή, ἄρχισαν οἱ λογισμοί τῆς ὑπερηφανείας νά μοῦ μπλοκάρουν τίς ὑποδείξεις τοῦ Γέροντος.
Ἄρχισε ὁ ἐγωϊσμός νά σηκώνῃ ἀνάστημα καί νά διαμαρτύρεται:
«Γιατί νά μοῦ τό πῇ αὐτό;
Γιατί νά μοῦ τό κάνῃ ἐκεῖνο;
Γιατί νά μοῦ μιλήσῃ ἀπότομα;»
Γρήγορα ὅμως κατάλαβα τί πάει νά μοῦ κάνῃ ὁ διάβολος. Πάει νά μοῦ χαλάσῃ τίς σχέσεις μου μέ τόν Γέροντα, τόν καθηγητή μου καί διδάσκαλο μου. Ἐπειδή, ἄν μοῦ κόψῃ τήν ἐπαφή μαζί του, θά μοῦ κόψῃ τήν πνευματική τροφοδοσία, δηλαδή τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, πού δίδεται διά τοῦ Γέροντος στόν ὑποτακτικό.
Τό ἀνέφερα αὐτό ἀμέσως στό Γέροντα καί μοῦ εἶπε:
  • Κοίταξε, παιδί μου, ἐδῶ πού ἦλθες, ἦλθες γιά νά σώσῃς τήν ψυχή σου, ν᾿ ἀρνηθῇς τόν ἑαυτό σου, νά κόψῃς τά πάθη σου καί νά ταπεινωθῇς. Ἦρθες νά κριθῇς καί ὄχι νά κρίνῃς, οὔτε τόν Γέροντα οὔτε τούς ἀδελφούς.
  • Σωστά! τοῦ λέω.
  • Λοιπόν, οἱ παλαιοί Ἁγιορεῖτες πατέρες ἐδῶ, ξέρεις τί συμβουλές μᾶς ἔδωσαν; Ξέρεις ποιά εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἀθωνικῆς πολιτείας; «Ἀνέπαυσες τόν Γέροντα σου! Ἀνέπαυσες τόν Θεό. Δέν ἀνέπαυσες τόν Γέροντα; οὔτε τόν Θεό ἀνέπαυσες!» Διότι τόν Θεό δέν τόν βλέπεις! Τόν Γέροντα τόν βλέπεις καί, ᾿εφ᾿ ὅσον εἶναι ἀντιπρόσωπος Του, ὅ,τι κάνεις σ᾿ αὐτόν, στό Θεό ἀναφέρεται.
Καί συνέχισε τίς πρῶτες διδασκαλίες του μέ τά ἀκόλουθα θεοφώτιστα λόγια:
«… Ἔχουμε μιά εἰκόνα, πού εἶναι φτιαγμένη μέ τό χέρι, ἀπό ξύλο καί χρώματα, καί ἀπεικονίζει τήν μορφή τοῦ Χριστοῦ ἤ τῆς Παναγίας ἤ κάποιου Ἁγίου. Ὅ,τι κάνουμε σ᾿ αὐτή τήν εἰκόνα, παρ᾿ ὅτι εἶναι κάτι τό ὑλικό, ἀναφέρεται στό πρωτότυπο, ἐκεῖ πηγαίνει εἴτε ἡ τιμή εἴτε ἡ ἀτιμία. Ἔτσι κι᾿ ἐδῶ, ὁ Γέροντας εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀντιπρόσωπος Του στή γῆ, «εἰς τύπον καί τόπον» Του.
Γιά τόν ὑποτακτικό ὁ Γέροντας εἶναι πάνω καί ἀπό τόν Ἐπίσκοπο.
Γιά τούς ἄλλους δέν εἶναι τίποτε, ἀλλά γιά σένα τόν ὑποτακτικό ὅμως, εἶναι τά πάντα.
Ὁ Γέροντας δέν ἀναπαύεται, ὅταν ὁ ὑποτακτικός τοῦ κάνῃ τήν κατά διακόνημα ὑπακοή, ἀλλά ἀναπαύεται κυρίως μέ τήν πνευματική του ὑπακοή· ἐφ᾿ ὅσον προχωρεῖ πνευματικά, τόσο καί μεγαλώνει ἡ ἀνάπαυσις τῆς ψυχῆς τοῦ Γέροντος. Κι᾿ αὐτή ἡ ἀνάπαυσις τοῦ Γέροντος στόν ὑποτακτικό γίνεται εὐλογία Θεοῦ.
Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος ,αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
  Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο:
Γέροντάς μου Ἰωσήφ ἡσυχαστής καί σπηλαιώτης
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
Ἐκδόσεις Γ. Γκέλμπεσης
 Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Φιλοθέου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά  Μονή.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Ἡ ἀμέλεια, ὁ ἀκοίμητος κίνδυνος τοῦ πιστοῦ

Ἡ ἀμέλεια, ὁ ἀκοίμητος κίνδυνος τοῦ πιστοῦ 


 

Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής
 
Σε σχετικές ερωτήσεις μας, απαντούσε ότι η αμέλεια είναι η κύρια αιτία της αποτυχίας του ανθρώπου στον πνευματικό σκοπό του. Τον ρώτησα κάποτε πώς οι Πατέρες προβάλλουν ως αφορμή την κενοδοξία;
Και απάντησε «ναι και αυτή μας επιβουλεύεται, αλλά όχι όλους παρά μόνο όσους ξεγελάσει. και πάλι λίγους, γιατί η κενοδοξία φθείρει τους συγκεντρωμένους θησαυρούς, ενώ η αμέλεια δεν αφήνει να τους συνάξεις…

Η αμέλεια μοιάζει με ανομβρία, που δεν αφήνει να φυτρώσει τίποτε. Η κενοδοξία βλάπτει όσους έχουν καρπό, όσους έχουν προχωρήσει, ενώ η αμέλεια ζημιώνει όλους. Εμποδίζει αυτούς που θέλουν να ξεκινήσουν και σταματά αυτούς που προχώρησαν.Δεν επιτρέπει την μάθηση σε αυτούς που αγνοούν και εμποδίζει την επιστροφή σε αυτούς που πλανήθηκαν. Δεν αφήνει να σηκωθούν όσοι έπεσαν και γενικά είναι όλεθρος για όσους αιχμαλωτίζονται από αυτήν.
Με πρόφαση τις φυσικές ανάγκες και τον κόπο που προέρχεται από τον αγώνα, γίνεται η απατληή πιστευτή και ως καλός αγωγός -η ακηδία- μας μεταφέρει και μας παραδίνει στην φιλαυτία, τον γενικότερο εχθρό. Μόνο η ανδρεία ψυχή, με βάση την πίστη και την ελπίδα προς τον Θεό, ανατρέπει αυτήν την επιβουλή. διαφορετικά, γλυτώνει δύσκολα όποιος έχει άγνοια από αυτά τα δίχτυα. Ταλαιπωρεί πολύ αυτούς που μένουν μόνοι και όσους αποφεύγουν την προγραμματισμένη ζωή, ενώ αδυνατεί να βλάψει τους υποτακτικούς και αυτούς που διακονούν.
Η αμέλεια, ο ακοίμητος κίνδυνος του πιστού (σελ. 208-209)
Γέρονρος Ιωσήφ ΒατοπαιδινούΟ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ – ΒΙΟΣ -ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ – «Η ΔΕΚΑΦΩΝΟΣ ΣΑΛΠΙΓΞ»
ΨΥΧΩΦΕΛΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΑ 1

Ο ΘΥΜΟΣ ΣΚΟΤΩΝΕΙ (Ἡσυχασμὸς καὶ Ἰατρικὴ “συμφωνοῦν”)

Ο ΘΥΜΟΣ ΣΚΟΤΩΝΕΙ (Ἡσυχασμὸς καὶ Ἰατρικὴ “συμφωνοῦν”)



«Ὅταν σοῦ ἔλθει θυμός,
κλεῖσε τὸ στόμα δυνατά».
(Γέρων Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς)

(ἀποσπάσματα σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας», ἔκδ. Ἱ. Μ. Φιλοθέου, Ἅγ. Ὄρος)

.                  Γράφεις γιὰ τὸ θυμὸ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνόητου. Ὁ θυμὸς ἀπὸ μόνος του, εἶναι φυσικός. Ὅπως τὰ νεῦρα στὸ σῶμα. Εἶναι καὶ αὐτὸς νεῦρο ψυχῆς. Καὶ ὀφείλει νὰ τὸν μεταχειρίζεται ὁ καθένας ἐναντίον τῶν δαιμόνων, ἀνθρώπων αἱρετικῶν, καὶ σὲ ὅσους τὸν ἐμποδίζουν ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲ θυμώνεις κατὰ τῶν ὁμοψύχων ἀδελφῶν ἢ γίνεσαι ἐκτὸς ἑαυτοῦ, χαλᾶς τὰ ἔργα τῶν χεριῶν σου, γνώριζε ὅτι πάσχεις ἀπὸ κενοδοξία καὶ κάνεις παράχρηση τοῦ νεύρου τῆς ψυχῆς. Ἀπαλλάσσεσαι δὲ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς ὅλους καὶ τὴν ἀληθινὴ ταπείνωση.
.                  Γι’ αὐτό, ὅταν σοῦ ἔλθει θυμός, κλεῖσε τὸ στόμα δυνατὰ καὶ μὴ μιλήσεις σ’ αὐτὸν ποὺ σὲ βρίζει ἢ σὲ ἀτιμάζει ἢ σὲ ἐλέγχει ἢ μὲ πολλοὺς τρόπους καὶ χωρὶς λόγο σὲ πειράζει. Καὶ αὐτὸς σὰν τὸ φίδι θὰ στρίψει μέσα στὴν καρδιά, θὰ ἀνέβει μέχρι τὸ λαιμό, καὶ ἀφοῦ δὲν θὰ τοῦ δώσεις διέξοδο θὰ πνιγεῖ καὶ θὰ σκάσει. Καί, ὅταν αὐτὸ ἐπαναληφθεῖ λίγες φορές, θὰ λιγοστέψει καὶ θὰ πάψει τελείως.
.                  Ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος λογικὸς καὶ ἥμερος, διορθώνεται ἀσυγκρίτως καλύτερα μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν ἥμερο τρόπο, παρὰ μὲ τὸν θυμὸ καὶ τὴν ἀγριότητα.
.                  Αὐτὸ τὸ βρῆκα καὶ ἐγὼ μετὰ ἀπὸ πολλὴ καὶ μεγάλη δοκιμασία. Μὲ τὸ καλὸ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη μπορεῖς νὰ κάνεις πολλοὺς νὰ ἡμερέψουν. Καὶ ἂν κανεὶς εἶναι καλοπροαίρετος, τὸν κάνεις γρήγορα νὰ συμμορφωθεῖ, νὰ γίνει Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ.
.                  Λοιπὸν αὐτὸ λέω σὲ σένα καὶ σὲ ὅλους: Ποτὲ μὲ θυμὸ μὴ ζητᾶτε νὰ διορθώνετε, διότι πειρασμὸς τὸν πειρασμὸ δὲν βγάζει· ἀλλὰ μὲ ταπείνωση καὶ ἀγάπη εἰλικρινῆ. Ὅταν βλέπεις ὅτι ὑπάρχει θυμός, ἄφησε πρὸς στιγμὴν τὴν διόρθωση. Καὶ ὅταν δεῖς ὅτι πέρασε ὁ θυμὸς καὶ ἦλθε εἰρήνη καὶ λειτουργεῖ χωρὶς πάθος ἡ διάκριση, τότε λὲς τὰ ὠφέλιμα.
.                  Ποτὲ δὲν εἶδα ἐγὼ νὰ γίνει διόρθωση μὲ θυμό, ἀλλὰ πάντοτε μὲ ἀγάπη. Τότε καὶ ὁ νουθετούμενος θυσιάζεται. Λοιπὸν ἔτσι νὰ κάνετε. Πάρε παράδειγμα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου. Πότε ἡμερεύεις; Μὲ τὶς ὕβρεις, ἢ μὲ τὴν ἀγάπη;
.                  Καὶ δὲν θαυμάζεις τὸν λόγο ποὺ λέγει ἐκεῖνος ὁ Ἅγιος στὸ Γεροντικὸ “ὅτι ὁ θυμώδης καὶ ὀργίλος ἄνθρωπος, καὶ νεκρὸν ἀκόμη ἐὰν ἀναστήσει, δὲν εἶναι δεκτὸς στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ”;
.                  Λὲς ὅτι σέβεσαι τοὺς λόγους μου. Δοκίμασε λοιπὸν ἐὰν ἀληθεύει αὐτό, νὰ κάνεις αὐτὰ ποὺ σοῦ γράφω. Πνίξε τὸ πάθος, ὅταν ἔλθει νὰ σὲ πνίξει αὐτό. Κράτα τὸ φίδι μέσα κλειστὸ μία καὶ δύο καὶ πολλὲς φορές, καὶ ἀμέσως θὰ βρεῖς τὸ δρόμο τῆς χαρᾶς καὶ τῆς νίκης. Καὶ τότε θὰ ἐνεργήσουν ἀμέσως οἱ προσευχὲς ποὺ κάμνω γιὰ σένα. Καὶ ἀφοῦ νικηθεῖ ἡ μητέρα, καταπίπτει ὅλο τὸ σμῆνος τῶν θυγατέρων, ποὺ γεννᾶ ὁ θυμός. Διότι τὰ κύρια πάθη, ποὺ γεννοῦν ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι θυμὸς καὶ ἐπιθυμία,
.                  Λοιπόν, πνίξε μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη τὸν θυμό, κάθε στιγμὴ ποὺ θὰ κινηθεῖ, καὶ θὰ τὸν βρεῖς τὴν ἑπομένη φορὰ ἀσθενέστερο. Καὶ πάλιν ἐξακολούθησε νὰ τὸν κτυπᾶς καὶ νὰ τοῦ κόβεις τὸ κεφάλι, ὅταν τὸν δεῖς νὰ σηκώνει κεφάλι καὶ σὲ λίγο θὰ δημιουργηθεῖ ἡ ἀταραξία ποὺ εἶναι ὁ καρπὸς τῆς μακροθυμίας. Μετὰ ἀκολουθεῖ εἰρήνη καὶ χάρις, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀγαθά.
.                  Ἀντιστάσου λοιπὸν μὲ ἀντίρρηση. Μὴν ἀφήνεις τοὺς λογισμοὺς νὰ εἰσέρχονται, ἀλλὰ πολέμησε μὲ τὴν προσευχή. Πολέμησε μὲ ἀνδρεία καὶ ὄχι μὲ χαυνότητα. Καὶ ἀμέσως παραλύουν. Καὶ κάνοντας ἔτσι θὰ ἀνθήσει τὸ ἄνθος τῆς καθαρότητας καὶ ἁγνείας, καὶ θὰ χαίρεται ἡ ψυχή σου χαρὰ ἀνεκλάλητη καὶ θὰ ἔχεις πληροφορία ὅτι ἀπὸ τώρα σοῦ ἑτοιμάσθηκε τόπος τῆς ἀναπαύσεως.


Τὸ ξέσπασμα θυμοῦ ὀκταπλασιάζει τὸν κίνδυνο ἐμφράγματος

.                 Ὁ κίνδυνος ἐμφράγματος εἶναι 8,5 φορὲς μεγαλύτερος μέσα στὸ πρῶτο δίωρο μετὰ ἀπὸ ἕνα ξέσπασμα ἔντονου θυμοῦ, σύμφωνα μὲ μία νέα αὐστραλιανὴ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα. Οἱ ἐρευνητές, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν δρα Τόμας Μπάκλεϊ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Νοσοκομείου τοῦ Σίδνεϊ, ποὺ ἔκαναν τὴ δημοσίευση στὸ περιοδικὸ «European Heart Journal» τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑταιρείας Καρδιολογίας, μελέτησαν -μὲ τὴ βοήθεια στεφανιαίας ἀγγειογραφίας- 687 ἀσθενεῖς ποὺ εἶχαν εἰσαχθεῖ σὲ νοσοκομεῖο λόγῳ πιθανοῦ ἐμφράγματος. Ἡ μελέτη ἔδειξε ὅτι ἕνα ἐπεισόδιο συνηθισμένου θυμοῦ δὲν αὐξάνει τὸν κίνδυνο ἐμφράγματος. Ὅταν ὁ θυμὸς ὅμως εἶναι ἀσυνήθιστα ἔντονος, τότε ὁ καρδιαγγειακὸς κίνδυνος τουλάχιστον ὀκταπλασιάζεται. Οἱ ἐρευνητὲς διαπίστωσαν μὲ τὴν ἀγγειογραφία τὸ ὀξὺ μπλοκάρισμα τῶν στεφανιαίων ἀρτηριῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ συμβεῖ μετὰ ἀπὸ περιστατικὰ πολὺ ἔντονου θυμοῦ.
.                 Ἡ μελέτη ἐπιβεβαιώνει αὐτὸ ποὺ ἔχουν δείξει ἄλλες ἔρευνες, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ ἐμπειρία, ὅτι ὁ ἔντονος θυμὸς μπορεῖ νὰ πυροδοτήσει ἔμφραγμα τοῦ μυοκαρδίου. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν θυμό, καὶ τὸ ἔντονο ἄγχος μπορεῖ νὰ δράσει ἀνάλογα. Ἡ μελέτη δείχνει ὅτι αὐξάνεται ἕως 9,5 φορὲς ὁ κίνδυνος ἐμφράγματος δύο ὧρες μετὰ ἀπὸ ἕνα ὀξὺ ἐπεισόδιο ἔντονου ἄγχους. Οἱ ἐρευνητὲς ἀνέφεραν μία ποικιλία παραγόντων ποὺ εὐθύνονται γιὰ τὸν ἔντονο θυμό, κυρίως οἱ διαπληκτισμοὶ μὲ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογένειας, μὲ φίλους, μὲ συναδέλφους στὴ δουλειὰ ἢ κατὰ τὴν ὥρα τῆς ὁδήγησης. Τὰ ξεσπάσματα θυμοῦ στὴν οἰκογένεια καὶ στὴ δουλειὰ φαίνεται νὰ εἶναι τὰ πιὸ ἐπικίνδυνα γιὰ τὴν πρόκληση ἐμφράγματος.
.                 Ὅπως εἶπε ὁ Τόμας Μπάκλεϊ, ὁ κίνδυνος αὐξάνει, ἐπειδὴ λόγῳ τοῦ ἔντονου θυμοῦ ἐπιταχύνεται ἡ λειτουργία τῆς καρδιᾶς καὶ αὐξάνεται ἡ πίεση τοῦ αἵματος, πράγμα ἐπιβαρυντικό, ἰδίως ἂν ὑπάρχει ἤδη στένωση ἀρτηρίας καὶ τάση γιὰ θρόμβωση σὲ ἕναν ἄνθρωπο.
.             Ὅσοι θυμώνουν εὔκολα, σύμφωνα μὲ τοὺς ἐρευνητές, πρέπει νὰ ἐλέγχουν συχνὰ τὴν πίεσή τους καὶ ἐπίσης καλὰ θὰ ἔκαναν νὰ κόψουν τὸ τσιγάρο.

Νουθεσίες τοῦ Γέροντα Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστή

Νουθεσίες τοῦ Γέροντα Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστή



Όλες τις θλίψεις, παιδί μου, αν τις υπομένουμε, βρίσκουμε Χάρη παρά Κυρίου. Γι’ αυτό μας αφήνει ο Κύριος να πειραζόμαστε, για να μας δοκιμάζει και να μας πλέξει στεφάνους. Παραιτήσου από το δικό σου θέλημα, για να βρεις ειρήνη ψυχής. Γιατί το θέλημα του ανθρώπου έχει γίνει χάλκινο τείχος και εμποδίζει το φωτισμό και την ειρήνη… Όντως μέγα είναι, στ’ αλήθεια, το μυστήριο της υπακοής! Αφού ο γλυκύς μας Ιησούς πρώτος χάραξε το δρόμο και έγινε παράδειγμα για μας, πόσο μάλλον εμείς είμαστε οφειλέτες να Τον μιμηθούμε. Ο μοναχός δεν αλλάζει τόπο κατοικίας, χρώμα ενδυμάτων και ιδίως νοημάτων. Ο μοναχός και η μοναχή αλλάζουν νουν και καρδιά μαζί. Δε σκέφτονται όπως οι κοσμικοί.Όλη η δύναμη της ψυχής είναι η προσευχή. Και καθώς το σώμα δυναμώνει με τις τροφές και τα διάφορα καρυκεύματα που του προσφέρουμε, έτσι και η ψυχή μας θέλει ευχή, ανάγνωση, λόγο προφορικό, να βλέπει παράδειγμα και έτσι λίγο-λίγο ξυπνάει… Με πολλή απλότητα να πορεύεσαι, για να βρεις την καθαρότητα της ψυχής. Η απλότητα είναι μεγάλη ευτυχία για την ψυχή… Τους μεν κανόνες οι άνθρωποι τους κατάργησαν, αλλά δεν τους κατάργησε ο Θεός. Μένουν, όπως τους έθεσαν οι Πατέρες και οι θείοι Απόστολοι. Επομένως να τους φυλάττουμε, αν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας, για να μη βρούμε αντιμέτωπο το Θεό να υπερασπίζει τους νόμους των αγαπητών Του δούλων. Το στόμα σου αδιαλείπτως να μελετά την ευχή: “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με”… Με την ευχή, θα καθαρίσει ο νους σου και θα την κατεβάσει στην καρδιά και θα γίνει διαδρομή, ένωση νου, λόγου και καρδιάς, και θα γίνει Παράδεισος μέσα σου. Από τη στιγμή που αρχίζουμε να διαπράττουμε την αμαρτία γινόμαστε δούλοι των δαιμόνων. Ο φιλάνθρωπος Θεός έκανε τον άνθρωπο αυτεξούσιο και μας δίδαξε να μη μετέχουμε σε πράξεις αισχρές και δε σκεπτόμαστε σοβαρά τα θεία και σωτήρια λόγια Του. Δεν υπάρχει άλλη θυσία τόσο ευώδης προς το Θεό, όσο η αγνότητα του σώματος. Τίποτε άλλο δε μισεί τόσο ο Θεός, όσο την παράνομη ηδονική ακαθαρσία του σώματος. Σ’ αυτή τη ζωή είναι αγώνας. Με τα ακάθαρτα πνεύματα πολεμάς, που δε σου ρίχνουν γλυκά και λουκούμια, αλλά σφαίρες οξείες που θανατώνουν ψυχή, όχι σώμα… Από το ημερολόγιο “Ουρανοδείκτες Σωτηρίας” των εκδόσεων Ορθόδοξος Κυψέλη
 

Γέρων Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής: Περί Πλάνης

Γέρων Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής: Περί Πλάνης


 

Διερωτάται κανείς, όταν με αυτού του είδους τα θέματα πρόκειται να ασχοληθεί, πώς θα τα βγάλει πέρα, ή τι είδους συμπεράσματα θα επισημάνει, αφού πρόκειται να πλησίαση στην άβυσσον των βαθέων και σκοτεινών νοημάτων του σατανά, οπού ο γνόφος των ακατονόμαστων του δόλων και πονηριών. Στο βιβλίον του Ιώβ σκιαγραφείται η εικόνα αυτού του δράκοντος. «Τις αποκαλύψει πρόσωπον ενδύσεως αυτού; εις δε πτύξιν θώρακος αυτού τις αν εισέλθοι; πύλας προσώπου αυτού τις ανοίξει; Κύκλω οδόντων αυτού φόβος. Τα έγκατα αυτού ασπίδες χάλκεαι, σύνδεσμος δε αυτού ώσπερ σμυρίτης λίθος… Εν πταρμώ επιφαύσκεται φέγγος, οι δε οφθαλμοί αυτού είδος Εωσφόρου. Εκ στόματος αυτού εκπορεύονται ως λαμπάδες καιόμεναι και διαρριπτούνται ως εσχάραι πυρός. Εκ μυκτήρων αυτού εκπορεύεται καπνός καμίνου καιομένης πυρί ανθράκων. Η ψυχή αυτού άνθρακες, φλόξ δε εκ στόματος αυτού εκπορεύεται. Εν δε τραχήλω αυτού αυλίζεται δύναμις, έμπροσθεν αυτού τρέχει απώλεια…» Δεν είναι παρέκβασις η από μέρους αυτή παράθεσις γραφικού χωρίου περί του τι εστί διάβολος και σατανάς, αφού προς αυτόν είναι όλη μας η πάλη και σπουδή, ως του μονίμου και κοινού μας πολεμίου και εχθρού. Ειδικά όμως μας επέβαλε την μνημόνευσίν του ο σχολιασμός, πού προτιθέμεθα να κάνωμε σ’ αυτό μας το κεφάλαιο για το πονηρώτερόν του επίτευγμα, την ΠΛΑΝΗΝ!
Κάθε διαβολικόν επίτευγμα ασφαλώς ολέθριον είναι, και κανείς δεν διαφωνεί. Εκείνο όμως πού συγκεντρώνει την μεγαλύτερην πονηρίαν και κακίαν, είναι και λέγεται πλάνη στην γενικότητα της και η ουσία της είναι όλη η απάτη, όλον το ψέμα, όλος ο δόλος και η διαστροφή κάθε ορθής πραγματικότητας. Και τι παράξενον αυτό, αφού ο δημιουργός και γεννήτωρ της διάβολος είναι ο «ψεύστης και ο πατήρ αυτού»; Ευρισκόμενοι ήδη εις την μέσην κλίμακα της πνευματικής ανόδου, κατά την πατερικήν μας παράδοσιν, την λεγομένην φωτιστικήν, ανήκομεν στην αντίστοιχον πολεμικήν παράταξιν του εχθρού, οπού έχει σαν στόχο της, την διαστροφήν και παραμόρφωσιν της αληθείας. Δεν αγωνίζεται αυτή η διαβολική αντίστασις να εκτoπίση τον αγωνιστήν, όπως η πρώτη της μορφή, να τον βγάλει από την πίστιν και την θεογνωσίαν, αλλά τώρα προσπαθεί να τον αποπροσανατολίσει από την σωστήν κατεύθυνση, να δεχθεί συμβιβασμό και να νοθεύση την ορθήν δόξαν της παραδοθείσης αποκαλύψεως. Πλάνη, καμουφλαρισμένο ψεύδος, απάτη και δόλος, αντί της αλήθειας. Και πάλιν οι αλλοιώσεις και πάλιν οι μεταβολές. Μετά την ηλιόλουστη ημέρα της ανοίξεως ήλθε κακοκαιρία με ύπουλες και άγνωστες διαθέσεις. Μετά την ευθηνίαν και πάλιν η αφορία και πενία, μετά την γαλήνην και πάλιν η ταραχή  όχι όμως ανοικτά και φανερά, αλλά ύπουλα και δόλια και υποκριτικά. Περί των τοιούτων έγραφε ο μακάριος Δαυίδ: «ότι ουκ εστίν εν τω στόματι αυτών αλήθεια, η καρδία αυτών ματαία τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών ταίς γλώσσαις αυτών εδολιούσαν».
Ξεκινώντας από τον χειρόγραφον ορισμόν του Γέροντος, μεταφέρω τα ίδια του λόγια. «Πλάνη, αγαπητέ μοι, καθ’ εαυτήν ονομάζεται η ουσιώδης εκ της ευθείας και αληθείας απομάκρυνσις, αρνούμενη ως ειπείν την αλήθεια και το ψευδός ασπασμένη». Αφού η χάρις επανέλθει, κατά την περιγραφήν μας, και επαναφέρει τον αγωνιστήν στη σωστή του πορείαν, ή μάλλον στην πατερικήν μας παράδοσιν της πνευματικής ανόδου και προκοπής, συναντά πάλιν άλλο ανάλογο εμπόδιο απαραίτητο για την πνευματική γυμνασία. Όπως στην πρώτη του πορεία έπρεπε να μάθη δια της πείρας τον όλεθρον της αυτοπεποιθήσεως και να ανάγει τα πάντα στον Θεόν μάλλον, παρά στις ουτιδανές ανθρώπινές του προσπάθειες έτσι και τώρα, μετά την είσοδόν του στις τάξεις του φωτισμού και της επαφής του στην θεωρητικήν σφαίραν, πού ο νους του καθαρθείς καταξιούται, επιβάλλεται να μάθη, όχι εξ ακοής άλλ’ εκ της πείρας του, ότι και ο εχθρός δύναται πολλά από τα ιδιώματα της θεωρίας και χάριτος να μιμηθεί και να τα παραστήσει ψευδώς ως αλήθειαν.
Εάν δύναται να παρίσταται ως άγγελος φωτός και να υποδύεται τον ρόλον του σωτήρος, τι το δύσκολον και τα ιδιώματα της χάριτος να παραχαράξει; Επιτρέπει, λοιπόν, η παιδεύουσα μητέρα χάρις, να εισέλθει ο αθλητής στα σατανικά πειρατήρια, για να κερδίσει ιδιοχείρως εκ της πάλης του, ως λάφυρον, την πείραν και να δύναται να λέγει στο πλήρωμα της Εκκλησίας ως ο Παύλος και οι Πατέρες του ότι «ου γαρ τα νοήματα αυτού, του εχθρού, αγνοούμεν».
Τα ιδιώματα αυτής της αρρώστιας, πλάνης, είναι πάμπολλα και ποικίλλουν αναλόγως των προσώπων, των χαρακτήρων, των τόπων και τρόπων και άλλων πολλών αφορμών, πού μπορεί ο σατανάς να καλύψει το δόλωμα του. Εμείς πάντως θα ασχοληθούμε με την μορφήν, πού ανήκει στη δική μας συνέχεια, καθώς ο αείμνηστος Γέροντας μας παρέδωσε. Η αρχή της συνήθως μοιάζει με την πρώτη μορφή της απάτης, πού ο αρχέκακος απάτησε τους προπάτορας, με παραλλαγή δηλαδή του σχήματος ή του πράγματος και μέσου, όχι όμως και της φύσεως. Ο ληστής αυτός διάβολος παρακολουθεί την ροπήν του θελήματος του ανθρώπου, που, ως αδυναμία ή ως προσπάθεια και αιχμαλωσία, παραμένει και απασχολεί τον νουν και σιγά-σιγά και την θέλησιν και έτσι απ’ εδώ ευρίσκει θύραν και εισέρχεται. Η τεχνική του πολέμου, εδώ, είναι ευμέθοδη και ύπουλη. Δεν βιάζεται, δεν πιέζει, δεν βαρύνεται να καρτερεί, έως ότου λάβει ικανά εχέγγυα της επιτυχίας του, και ιδίως, εάν το πάθος πού επικρατεί είναι πολύφορον, για να έχει έτσι μεγαλύτερον κέρδος εκ της νίκης του. Η τόση επιμονή του πονηρού στην πάλην αυτήν, είναι να αιχμαλωτίσει τον άνθρωπον στην εσφαλμένην ιδέαν και πλάνην διότι ο πόλεμος, εδώ, δεν είναι σωματικός, στα πάθη δηλαδή πού ανήκουν στο επιθυμητικόν μέρος, αλλά κυρίως στο λογιστικόν. Είναι μάλλον πόλεμος της διανοίας, σε ό,τι ανήκει στον νουν και στην θεωρίαν, γιατί τώρα η θέσις και η κατάστασις του αγωνιστού βρίσκεται σ’ αυτήν την σφαίρα. Και πάλιν επανερχόμεθα, και ας μη φαίνεται κουραστικόν, για την λεπτομέρειαν, επειδή ο σκοπός μας είναι διαφωτιστικός.
Αφού με την πρακτικήν του εργασίαν συμπληρώσει, χάριτι Χριστού, ο αγωνιστής την πρώτην βαθμίδα της μετανοίας, πού είναι και λέγεται καθαρτική και σημαίνει ό,τι ενίκησε τα πάθη της σαρκός και στον όρον του επιθυμητικού επέβαλε μόνον την χρείαν και οι αισθήσεις υπετάχθησαν στον νουν, ώστε τίποτα να μην απαιτούν ή ενεργούν κατ’ επιθυμίαν, θεραπεύεται το ένα μέρος του «τριμερούς της ψυχής», το επιθυμητικόν. Μετά απ’ αυτόν τον θρίαμβον της νίκης, πού ανήκει κυρίως στην σωστήν προσπάθειαν και κηδεμονίαν του νου, κερδίζει σαν βραβείον την ειρήνην των λογισμών και την είσοδον στους χώρους της ευχής, όχι αυτής πού έως τώρα κρατούσε με προσπάθειαν και κόπον και ετοιμασίαν. Η θεία χάρις πλέον, όχι ως αντιληπτική επίσκεψις και παρηγορία πού εφαίνετο περιοδικά, αλλά τώρα ως ενδημούσα κατάστασις παραμένει στον νουν του ανθρώπου και τον υψώνει στην δεύτερην βαθμίδα της πνευματικής ζωής, την λεγομένην «φωτιστικήν». Σ’ αυτό το στάδιον το πλείστον της εργασίας, πού περιέχεται στον όρον της μετανοίας, είναι η κυριότης του νου επί πάντων και η επικράτησις της χάριτος επί του νου. Όπως ο νους στην περίοδον της πρακτικής εργασίας υπέταξε τις αισθήσεις λογικά και προκάλεσεν την ισορροπίαν στην σωστή χρήσιν των πραγμάτων, τώρα η θεία χάρις βραβεύει τον νουν παραμένουσα μετ’ αυτού για ενίσχυσίν του στην σωστή κρίσιν και χρήσιν των νοημάτων, και τούτου ο άθλος είναι η είσοδος στην θεωρίαν.
Από την μεσαίαν τάξιν, αυτήν την «φωτιστικήν», αρχίζει στους αληθινούς αγωνιστές της μετανοίας η τάξις της θεωρίας, πού δεν είναι πλέον επίνοια του νου ή προσπάθεια κατά δικήν του βούλησιν ή προγραμματισμόν, αλλά αυθεντία και κυριότης της θείας χάριτος, πού, όπως και οπόταν και οσάκις θέλει, οδηγεί αυτή τον νουν εις θεωρίαν, αναλόγως της δικής του φωτιστικής καταστάσεως και ανάγκης, όπου επιβάλλει η περίστασις προς οικοδομήν, είτε της δικής του, είτε του πληρώματος της Εκκλησίας, όπως οι Πατέρες μας παρέδωσαν. Εθεωρήσαμεν επιβεβλημένην την μικρήν αυτήν παρέκκλισιν εκ του κειμένου μας, για να αναλύσωμεν σαφέστερα, το γιατί ο αείμνηστος Γέροντας έταξε σ’ αυτήν την βαθμίδα την θέσιν της πλάνης σαν μία συνέχεια, στην πνευματικήν ιεραρχίαν.
Δικαίως λοιπόν και ο εχθρός μας, μετά την προαγωγήν του αγωνιστού στα πνευματικά χαρίσματα, παρουσιάζεται με ανάλογες αντιδράσεις. Παρηγορεί η χάρις τον νουν με τους μητρικούς τρόπους της προνοίας της; Προσπαθεί και ο εχθρός να πλησιάση μέσω του ίδιου τρόπου, και να απατήση έτσι τον νουν και δικαίως αυτό ονομάζεται «πλάνη». Κατά το φιλοσοφικόν ρήμα «ουχ ευρήσεις τάξιν εν ατάκτοις» και πάλιν κατά τον Μωϋσήν «οι δε εχθροί ημών ανόητοι» στην καθ’ ημών όμως μάχην και πάλην οι πονηρότατοι δαίμονες γίνονται συνεπείς, όσο και αν τους χαρακτηρίζη η ακαταστασία. 
Ο σκοτεινός λαβύρινθος της πλάνης είναι δυσκατάληπτος. Οι κεντρικώτερες όμως αρτηρίες, πού οδηγούν σ’ αυτόν είναι δύο. 
Πρώτη και δεύτερη δεν χαρακτηρίζονται, γιατί δεν υπάρχει τάξις, η δε κάθε μία απ’ αυτές είναι ως εξής: Όσοι αγωνίζονται διανοητικά, δηλαδή περισσότερο με τον νουν και την εσωστρέφειαν, είναι αυτοί πού θα συναντήσουν παρηγοριά από την χάριν στο θεωρητικόν μέρος. Είτε κατά την ώρα της προσευχής κυρίως, είτε σε λεπτήν κατάστασιν ύπνου ή κάπως αλλοιώς θα τους πλησιάση η αναζητούμενη θεία χάρις για πληροφορίαν. Αυτήν ακριβώς την θέσιν παρακολουθεί και το πνεύμα της πλάνης και με εσχηματισμένον τρόπον, ενίοτε προλαμβάνει, όσον απουσιάζει ιδίως και η πραγματική πείρα του νου στο να διαγνώση ευκρινώς την ποιότητα του φαινομένου, και έτσι προσπαθεί να παρασύρη στην δική της προσοχήν. Αυτός είναι, ο ένας τρόπος της πλάνης. Εις όσους βαδίζουν τον πατημένο δρόμο της υποταγής και ταπεινοφροσύνης, ελάχιστα μπορεί να ενοχλήση αυτή η κακία, και περισσότερον πλησιάζει και παραμένει στους ιδιόρρυθμους και αυταρχικούς τύπους, πού νομίζουν ότι οι εξωτερικοί τύποι και γενικά οι ανθρώπινες προσπάθειες μόνες τους μπορούν να καρποφορήσουν. Στην κατάστασιν αυτήν, πού είναι εισαγωγική, με τόσην λεπτότητα και επιτηδειότητα μεταμορφώνεται η πλάνη σε σχήματα χάριτος και αληθείας, πού κινδυνεύουν και οι δόκιμοι να ταλαντευθούν, και κρίνεται απαραίτητη η υπακοή. Στην θέσιν αυτήν ο Γέροντας επιμένει στο ότι δεν πρέπει να δέχεται κανείς εξ ιδίας κρίσεως κανένα είδος αισθήσεως ή θεάματος, είτε φαντασίας, άνευ της διακρίσεως των εμπείρων.
Αναφέρομεν μερικούς ειδικούς τρόπους ή μορφές πού μετασχηματίζεται ευκολώτερα η πλάνη στους αγωνιζόμενους. Κάποτε στην προσευχή τους, όταν αρχίσουν λίγο να προχωρούν, τους παρουσιάζεται σαν φαντασία ταχύτατη κάποια λάμψις, πού αν την προσέξουν στην δεύτερην και τρίτη φορά μορφοποιείται σε σχήμα προσώπου ή πράγματος, αναλόγως, που έπεσε τον νουν να το παραδεχθή. Εάν καταφύγουν σε συμβουλή Γέροντος, εξασθενεί και υποχωρεί. Αν όμως πιστεύσουν, ότι για την αρετήν τους, τους άξιζαν και αναμένουν να τα ιδούν πάλιν, λόγω κάποιας ευλάβειας πού προσποιούνται, τότε αυξάνει η παρουσία του πονηρού σε πλέον συγκεκριμένα θεάματα.
Όλες αυτές οι ψευδαισθήσεις δεν έχουν κανένα πραγματικό ιδίωμα των όσων η θεία χάρις πληροφορεί τους δικούς της, αλλ’ απεναντίας είναι γεμάτες ταραχήν και σύγχυσιν, ερεθίζουσες συνάμα και τα κατώτερα πάθη του σώματος. Ο νους του πλανηθέντος σκοτίζεται και δεν μπορεί να διακρίνη, διότι ούτε της αληθινής χάριτος έχει πείραν, ούτε όμως ταπείνωσιν, για να αμφισβητήση την δικήν του κρίσιν. 
Στα αρχικά ακόμη στάδια, εάν ελέω Θεού ανακύψη ο παρασυρθείς και ζήτηση θεραπείαν, υπάρχει ελπίς να θεραπευθή τη επεμβάσει της Εκκλησίας. Αν όμως προχωρήση η πλάνη βαθύτερα, ώστε, κατά τον Γέροντα, «αν πλέον επέλθη η δηλητηρίασις του νοητού αίματος, είναι αληθώς πλέον κατά πολλά δύσκολον» και δικαίως θεωρείται ως δυσέκνιπτον η πλάνη.
Άλλοτε πάλιν αισθάνονται είδος ευωδίας και γενικά, εις οποίαν αδυναμίαν ο νους των κλίνει, σ’ αυτό το μέρος και το πνεύμα της πλάνης μετασχηματίζεται. Εις τους φανταζομένους αξιώματα αρχών και εξουσιών, δηλαδή εις όσους ζουν εισέτι αυτά τα πάθη, αν και προς καιρόν τα πολέμησαν, το πνεύμα της πλάνης υποδύεται αυτήν την προσφοράν και τους δείχνει στους ύπνους ότι τους εκλέγουν αρχηγούς και ποιμένας και πνευματικούς πατέρας για τη σωτηρία του κόσμου. Αυτός είναι ο ένας τρόπος του πνεύματος της πλάνης στην εισαγωγικήν του μορφήν. Αλλά και εις τους προχωρημένους δεν παραιτείται να πολεμήση, αρκεί να βρη απροφύλακτον τον αγωνιστήν και κλεπτόμενον από κάποιον πάθος. Εις τους προκόψαντας στην θεωρία παρουσιάζεται ως άγγελος Κυρίου, με μορφές αγίων και Αυτού τούτου του Σωτήρος μας Χριστού, αναλόγως της θέσεως πού βρίσκεται ο άνθρωπος του Θεού. Η άλλη πάλιν μορφή της πλάνης βρίσκεται περισσότερον στο πρακτικόν μέρος, πού συνήθως καθένας ξεκινά στην αρχήν της μετανοίας. Για μια σαφέστερην εικόνα και των δύο μορφών της πλάνης λέγομεν τα εξής. 
Η μεν μία, οπού περιγράψαμεν, σκοπόν έχει να συγχύση αυτούς πού εισήλθαν καλώς και να τους εμποδίση την πρόσβασιν και η άλλη, οπού εν συνεχεία θα αναφέρωμεν, είναι να μην αφήση να μπουν όσοι προς τούτο επείγονται, με το ίδιον πάντοτε αποτέλεσμα, την ζημίαν του αγωνιστού.
Δεν αρνούμεθα την αγωνιστικότητα στην εργασία της πρακτικής, πού είναι γέννημα του θείου ζήλου, όπως προαναφέραμεν. Απαραίτητη προϋπόθεσις είναι η τήρησις των πρακτικών αρετών, όπως και ο Κύριος μας μας παρέδωσε μετά το βάπτισμά του στον Ιορδάνην και την εις το όρος αναχώρησιν του. Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ακτημοσύνη, αγνός βίος, ταπείνωσις, και γενικά τα μέσα αυτά, πού δαμάζουν την φιλαμαρτήμονα διάθεσιν. Τώρα, και εδώ βρίσκει τρόπους και οχυρώνεται η πλάνη με την εξής πρόφασιν. Είτε από συνήθειαν, είτε από έξιν, είτε από ιδιοσυγκρασίαν, κάθε άνθρωπος έχει κάποιαν ικανότητα περισσότερον των άλλων. Στην πνευματική ζωήν, όταν ξεκινήση, τότε αυτή η ικανότης του γίνεται βοήθεια σε κάποιο αγώνισμα, σε κάποιαν αρετήν. Ο θειος ζήλος, σαν ο πρώτος συνεργάτης του μετανοούντος, ενούμενος με το ίδιον του προτέρημα, οποιονδήποτε, τον βοηθά να προκόψη σύντομα σ’ αυτό το κατόρθωμα, σ’ αυτήν την αρετήν, μπορούμε να πούμε. Τότε, αρεσκόμενος σ’ αυτό πού με ευκολία κατορθώνει, μένει μόνο σ’ αυτό και δεν φροντίζει για άλλο κατόρθωμα ή αγώνισμα, πιστεύοντας ότι αυτό συμπληρώνει τον όρον της μετανοίας και μάλιστα βρίσκει και παραδείγματα από προηγούμενους πατέρας, οπού έχουν γράψει γι’ αυτήν την αρετήν.
Αναφέρω αυτολεξεί τα λόγια του Γέροντος γι’ αυτές ακριβώς τις μονομέρειες. «Πολλοί γαρ το πάλαι και νυν εκ των μοναζόντων πατέρων και αδελφών επεμελήθησαν μιαν αρετήν, λόγου χάριν την ησυχίαν, και εις ταύτην και μόνον τα ιστία των ήπλωσαν ανεξετάστως εάν κερδίζωσι ή ζημιώνωνται εξ αυτής… Άλλοι δε πάλιν ηρκέσθησαν απλώς εις μίαν άκραν νηστείαν, να μη φάγωσιν έλαιον ή μαγείρευμα, και εδέσμευσαν την ελευθερία των, επί τούτου και μόνον αρκούμενοι…» Είτε από μέρους, είτε στο σύνολον, εάν ο άνθρωπος εξέλθη της πραγματικότητας, πλάνη είναι και τον εμποδίζει να φθάση τον σκοπόν του. Σε όσους δε επικρατήσει αυτής της μορφής η πλάνη, να κρατούν μια μονομερή άσκησιν και να μην αφήνουν τον δικό τους λογισμόν, δικαιωματικά τους πολεμά η κενοδοξία για την επικρατούσαν αυτοπεποίθησιν και η ζημία είναι αυξημένη.
Ο Γέροντας εν συνεχεία αναφέρει και άλλα κατορθώματα, αγρυπνίαν, ακτημοσύνην, ακόμη και δάκρυα, στα οποία, αν μονομερώς παραμείνη πιστεύοντας μόνον σ’ αυτά, πλανάται και επιβουλεύεται την σωτηρίαν του. Απεναντίας «τον εργαζόμενον μετά συνέσεως πάσης ισοβαθμίως (τας αρετάς εννοεί) και όλας εξ ίσου ομού εν φρονήσει και γνώσει… εισίν τα μόνα απαραίτητα εργαλεία οπού εκτός των τοιούτων αδύνατον να αναβώμεν εις την τελειότητα…» Εδώ ο αείμνηστος Γέροντας παραθέτει ένα σχόλιον για μιαν ιεραρχικήν τάξιν των αρετών, και πώς απαραιτήτως πρέπει να τηρούνται ανελλιπώς, ώστε η θεία χάρις να επισκεφθή και να κατοικήση στον άνθρωπον. Επειδή όμως περί τούτου αναφέραμεν προηγουμένως, εκρίναμεν φορτικήν την επανάληψιν.
Πέραν όμως των κολακευτικών μέσων, πού τα πνεύματα της πλάνης προσπαθούν να παρασύρουν τους αγωνιζόμενους, δεν υστερούν και στην απειλήν προκειμένου να φοβίσουν τους απείρους και με αυτόν τον τρόπον να εμποδίσουν την καλήν τους πρόθεσιν. Αυτός ο τρόπος συνήθως γίνεται στην αρχήν της πρακτικής ιδίως ασκήσεως των μετανοούντων οπόταν επεμβαίνει με τρομακτικούς τρόπους για να προκαλέση δειλίαν και φόβον, ώστε να υποχωρήση ο βουλόμενος να αγωνισθή. Είτε αισθητά με κτύπους, σεισμούς, φωνές και άλλα, τρομοκρατεί τον θέλοντα να προσευχηθή ή άλλην τινά πνευματικήν εργασίαν να κάμη, χωρίς να είναι αληθινά τα φαινόμενα, γιατί μόνον αυτός τα ακούει, χωρίς όσοι είναι μαζί του να τα ακούουν ή να βλέπουν τίποτα. Άλλοτε δείχνει φαντάσματα ευκρινώς σε ελάχιστον διάστημα και τούτο όμως φαντασία, γιατί τα διάφορα σχήματα πού προβάλλει δεν υπάρχουν φυσιολογικά, άλλ’ αυτός τα πλάθει στην φαντασία, όπως και εις τον ύπνον τα όνειρα, πλην όμως προκαλεί φόβον και ταραχήν. Άλλοτε πάλιν στον ύπνον και πολλάκις αισθητά τον σφίγγει, τον πιέζει, του κόβει την αναπνοήν, και, ενώ θέλει να φωνάξη ή να κινηθή, δεν δύναται και βρίσκεται σε αγωνίαν. 
Στις βιογραφίες των πατέρων μας υπάρχουν αναρίθμητα τέτοια διηγήματα και άλλα σε οξυτέραν μορφήν, εις όσους αδίστακτα ορμούσαν στην πλήρη άρσιν του Σταυρού. Σ’ αυτούς όχι φανταστικά, αλλά πρακτικά και προσωπικά παρουσιάζονταν τα πονηρά πνεύματα και με όσην τους επέτρεπε ο Θεός εξουσίαν, επαίδευαν και ταλαιπωρούσαν τους πατέρας, πιστεύοντες ότι θα τους εμπόδιζαν από την κατά Θεόν τους πορείαν. Άλλοτε πάλιν φθάνουν, επιτρέποντος μόνον του Θεού, σε δυσδιάκριτον πονηρίαν, πού μόνον η θεία χάρις μπορεί να σώση τον ταπεινόν άνθρωπον από την κακουργίαν των. Μία ομάδα απ’ αυτούς τους πονηρούς δαίμονες παρουσιάζονται απειλητικοί και ορμούν να κακοποιήσουν, όσον έχουν άδειαν. Μετά παρουσιάζονται άλλοι απ’ αυτούς σε αγαθή μορφήν και διώκουν τους πρώτους με επιτιμήσεις, ως απεσταλμένοι δήθεν εκ Θεού για την βοήθειαν και σωτηρίαν του πειραζομένου, με κύριον σκοπόν να τον παρασύρουν στην κενοδοξία, ως προνοουμένου εξαίρετος υπό του Θεού. Εδώ χρειάζεται να λαβή θέσιν η ευχή του Παύλου, να τους σύντριψη ο Θεός «υπό τους πόδας των αγωνιστών εν τάχει». 
Εάν θελήση κανείς να αριθμήση τους σκοτεινούς διαδρόμους και περιπλανήσεις της αφόρητης αυτής κακίας, θα πη το Δαυϊτικόν εκείνον ρήμα: «Εξαριθμήσομαι αυτούς και υπέρ άμμον πληθυνθήσονται». Δικαίως αναφέρει το γραφικόν λόγιον «πάση φυλακή τηρεί σήν καρδίαν» και πάλιν, «εάν πνεύμα του εξουσιάζοντος αναβή προς σε, τόπον σου μη δώς».
Πάντων τούτων η διάγνωσις και λύτρωσις και σωτηρία, αλλά και αυτή η προκοπή και τελείωσις εν Χριστώ, δια της συνεργείας της θείας χάριτος επιτελείται. Εάν λοιπόν ο Κύριός μας κατά το λόγιον «ταπεινοίς δίδωσι χάριν», δεύτε πάντες προς την μακαρίαν ταπείνωσιν, ίνα συν αυτή πάντα ισχύσωμεν χάριτι Χριστού, αμήν.
Περί πλάνης σε γενικώτερες γραμμές

Επειδή περί πλάνης διαλαμβάνει η μικρή μας περιγραφή, δεν θα είναι παρέκκλισις, αν αναφέρωμεν και για την περιεκτικήν αύτη διαβολικότητα, πού μαστίζει την ανθρωπότητα. Πλάνη ουσιαστικά και οντολογικά είναι ο ίδιος ο διάβολος, αφού με εσφαλμένες ιδιοτελείς σκέψεις και αποφάσεις απέσπασε τον εαυτόν του από την πραγματικήν αλήθειαν, τον Θεόν, από τον οποίον έπαιρνε, κατά μετοχήν, το «ευ είναι» και όλην την ομαλήν λειτουργίαν της προσωπικότητας και έγινε ο ίδιος πλάνη, ως μη αληθώς και ορθώς σκεπτόμενος και κινούμενος. Μεταστραφείς πλέον στην ολικήν αυτήν διαστροφήν, επαναστάτησε πρώτα στον εαυτόν του και μετά στα όσα παρέσυρε, μεταφέρει δε και μεταδίδει αδιάκοπα την ιδικήν του πλέον διαστροφήν. Εάν, κατά την γνώμη των πατέρων μας, θέσιν και προσωπικότητα έχη μόνον το αγαθόν, το μη αγαθόν υστερείται και προσωπικότητα και θέσιν, αυτό πού έπαθε κατ’ ανάγκην ο σατανάς. 
Όταν όμως ο σατανάς προσπαθή να λαβή θέσιν και προσωπικότητα, αφού φυσικώς τα υστερείται, άρα τα παριστάνει ψευδώς και αυτό είναι η πλάνη. 
Ασφαλώς ύπαρξιν, σαν οντότητα, ο διάβολος έχει, γιατί απέθανεν μεν από του Θεού και της εννοίας κάθε καλού και της ζωής εν Θεώ, πλην όμως κατά την διαστραφείσαν του οντότητα υπάρχει ως σώμα θανάτου. Δεν παρουσιάζεται όμως υπ’ αυτήν του την μηδενικότητα, αλλά κλέπτει τους όρους του καλού, του αγαθού, του χρησίμου, του ευεργετικού —ψευδώς και πεπλανημένως— και απατά τους πειθομένους του. Σ’ αυτόν τον στασιασμόν της δικής του πτώσεως αδιάκοπα πολεμά να παρασύρη την πανανθρώπινην φύσιν, μερικώς και ολικώς, και αυτή η ενέργεια είναι και λέγεται πλάνη. 
Το πρώτον μέτωπον της απάτης του σατανά, της πλάνης, εφάνη στην πρώτη παρουσία της θείας αποκαλύψεως. Η περιεκτική πρόνοια του Δημιουργού στα υπ’ Αυτού γενόμενα κτίσματα επεκτείνεται, πέραν της δημιουργικής του ενεργείας, και εις την συντηρητικήν των όντων πρόνοιαν ως παρατεταμένη μορφή επεμβάσεως του Θεού εις τα κτίσματα. Μη δυνάμενος ο διάβολος να διαστρέψη την δημιουργικήν επέμβασιν του Θεού στα ποιήματά του, κατά τον άρρητον και ακατάληπτον τρόπον της θειας παντοδυναμίας, επεμβαίνει δολίως στον παρατεταμένον τρόπον της συντηρήσεως και κηδεμονίας των όντων και ιδία των λογικών. Η πρώτη του κρούσις έγινε στους πρωτοπλάστους, διαστρέψας ενώπιόν τους τους προνοητικούς όρους του Θεού, όπου έδειξεν σ’ αυτούς ο Θεός, χάριν της συντηρήσεως και προαγωγής τους στον τελικό σκοπόν και προορισμόν τους.
Μετά απ’ αυτήν του την επιτυχίαν ο διάβολος απέκτησε ως μόνιμο του έργον αυτόν τον όρον και νόμον της διαστροφής: να πείθη τα πάντα ψευδώς σε στασιασμόν προς πάσαν αλήθειαν και λογικήν, καυχώμενος δια το αποτέλεσμα της παρακωλύσεως του θείου σχεδίου περί των όντων και του τέλους ενός εκάστου κατά την θείαν βουλήν. Εξετάζοντες την αρχήν της ιστορίας από την δημιουργίαν του ανθρώπου, κατά πάσας τας γραφάς, συναντούμε μίαν πλήρη ομοιομορφίαν όλης της διαβολικής πολεμικότητος με τον ίδιον πάντα σκοπόν: αποπλάνησιν του ανθρώπου από την επίγνωσιν του Θεού, εις οποιανδήποτε βαθμίδα ή κλίμακα ευρίσκεται. Και αυτή ακόμα η προσωποποίησίς του σε θέσεις θεότητας, οπού επί σειράν αιώνων παραπλανούσε τον άνθρωπον, τούτο κυρίως επεδίωκε: στο να μην αναζητήση, ή μάλλον ανακαλύψη, ο άνθρωπος τον αληθή Θεόν, όπου θα ανεύρισκε την σωτηρίαν του. Δια της σαρκώσεως του ο Θεός Λόγος έφερε καίριον πλήγμα στην θεοποίησιν του πονηρού, αποκαλύψας την αληθή θεογνωσίαν και ανακαλέσας τους ανθρώπους στην αλήθειαν. Πάλιν όμως, ο αδίστακτος διάβολος, ωχυρώθη εις το κέλυφος της πλάνης κατά του ανθρώπου υπό άλλην μορφήν. Έως εδώ η πάλη ευρίσκετο στο πρώτο στάδιον. Να μη αφήση τον άνθρωπον να γνωρίση τον Θεόν, την αλήθειαν και αυτό, όπως και άλλοτε ετονίσαμεν, είναι το ένα είδος του γενικού σατανικού πολέμου.
Το δεύτερον τώρα είναι, όταν ο άνθρωπος, μέσω της κρείττονος του Θεού προνοίας, εγνώρισε τον Θεόν αποκαλυφθέντα και λαλήσαντα. Μη δυνάμενος ο εχθρός να αφανίση την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν δεν πολεμά να πείση τον άνθρωπον να την αρνηθή —αν και τούτο εν μέρει σήμερον το επιτυγχάνει—, αλλά προσπαθεί να νοθεύση αυτήν την αλήθειαν, διαστρέφοντας τους όρους και τα δόγματα και συντάγματα της γνησιότητάς της, δια να υστερήση τους μαθητάς της από των αποκειμένων αμοιβών, πού είναι οι θείες επαγγελίες, αυτή ταύτη η σωτηρία του ανθρώπου. Αυτή η διαστροφή από την ορθήν δόξαν της αληθείας, πού λέγεται ευσέβεια, ονομάζεται αίρεσις, και με αναρίθμητες αιρέσεις κτυπά την Εκκλησίαν απ’ αυτής της ιδρύσεώς της, για να εμποδίση, όπως πιστεύει, τα σχέδια του Θεού. Αυτός είναι ο «πονηρός άνθρωπος», κατά την παραβολήν των ζιζανίων, πού έσπειρεν εν μέσω του καθαρού σίτου τα τόσα ζιζάνια, των οποίων ο Κύριος ηνέχθη την συμφυΐαν έως της ημέρας του θερισμού. Με διαιρέσεις και σκάνδαλα, ψευδοθρησκείες, αιρέσεις, φατρίες, και παντός είδους πλάνες και διαστάσεις, διασπά και συγχύζει το ανθρώπινον γένος αυτός ο λυμεών και έπ’ αυτού του κλύδωνος και του σάλου διαπλέει η αλήθεια, η «εκκλησία» του Χριστού, και «μακάριος ος φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου». 
Να λοιπόν, πώς και διατί υπάρχουν τα τόσα σκάνδαλα επί γης και αυξάνουν οσημέραι, προκαλούντα την δυσφορίαν των πολλών, πού αγνοούν αυτό το μυστήριον. Προβαίνοντος δε του χρόνου, για τους «εις τα τέλη των αιώνων καταντήσαντας», τα σημεία των καιρών θάναι έτι ζοφερώτερα, ένεκεν της προαισθήσεως του πλανώντας την οικουμένην «ειδώτος ότι ολίγον καιρόν έχει». «Και ωργίσθη ο δράκων επί τη γυναικί (εκκλησία) και απήλθε ποιήσαι πόλεμον μετά των λοιπών του σπέρματος αυτής».
Υπάρχει και άλλο χάος σκοτεινότατον της πλάνης του σατανά, πάντοτε επίκαιρον και περισσότερον πρόσφορον στις ημέρες μας. 
Δύο γενικές αφορμές, συνυφασμένες με την ανθρώπινη ζωήν, ανοίγουν την θύραν σ’ αυτού του είδους την πλάνην. Η πρώτη είναι η ζωηρά επιθυμία του ανθρώπου να γνωρίση το μέλλον του και γενικά να κατανόηση τα αίτια των συμβαινόντων δυσχερών της ζωής του. Η άλλη αφορμή είναι η πολύπλευρη περιέργεια της γνώσεως των υπέρ φύσιν πραγμάτων, πού είναι και το σπουδαιότερον ζήτημα πού γενικά απασχολεί. Η πραγματική γνώσις κάθε υπερφυσικού πράγματος μόνον δια της υπέρ φύσιν θείας χάριτος πραγματοποιείται. Ο απατεών όμως διάβολος εδώ βρίσκει κατάλληλον έδαφος της δικής του πλάνης και απάτης, γιατί, σαν υπερφυσικόν πνεύμα πού είναι έναντι ημών των εχόντων σώμα παχύ και φαινόμενον, υποδύεται τον ρόλον της χάριτος και παρουσιάζει ψευδώς εικόνες και φάσματα ως αληθείς αποκαλύψεις και παρασύρει τον άνθρωπον.
Λειτουργώντας ο πνευματικός νόμος, σαν ο κώδικας της θεοπρεπούς οικονομίας προς τα κτίσματα, επιβάλλει στα στοιχεία και στους ανθρώπους τα μέτρα και μέσα εκείνα, πού ρυθμίζουν την παρούσαν ζωήν, και έτσι απαρτίζεται ο κύκλος του σύμπαντος νοήματος της ζωής. Σύμφωνα με τους ακατάληπτους αυτούς όρους και νόμους της προνοητικής αυτής κυβερνήσεως των όντων υπό του Θεού, υπάρχουν στον κανόνα της ζωής και τα διάφορα θλιβερά και επίπονα, στην γενική τους κλίμακα. Αυτού του είδους τους πειρασμούς, μέσω των οποίων ο Θεός ρυθμίζει την ζωήν ενταύθα και για το μέλλον, οι πλείστοι άνθρωποι τους αγνοούν, και, στην προσπάθειά τους για να τους αποφύγουν, πιάνονται στα δίκτυα του σατανά προσποιούμενου τον σωτήρα. Αν και πάντοτε απεδείχθη πλάνος και απατεών, ο άνθρωπος δεν κατόρθωσε να διαπιστώση αυτήν την παγίδα και να σωθή από τον κίνδυνον αυτόν. Ως αντάλλαγμα στους αφελείς του υπηκόους ο πονηρός απαιτεί υψηλά κεφάλαια, χωρίς αυτοί να γνωρίζουν την έκτασι της ζημίας τους, και, όταν θα ανακύψουν, δυσκολεύονται να απαλλαγούν της σατανικής επιδράσεως, πού σαν αιχμαλωσία τους στραγγαλίζει τη θέλησι και ελευθερίαν.
Με παρόμοιον τρόπον πλανώνται και οι περίεργοι και εγωϊσταί, πού εισδύουν αυθαδώς στα σκοτεινά άντρα του σατανά με τις πλαστές αληθοφάνειες, για να βρουν επιστημονικώ τω τρόπω, όπως τους αποπλανά, την αλήθειαν και να, πού βρίσκονται σήμερον τα τραγικά θύματα της νεολαίας μας, πού στους συνειδητούς προκαλούν αβάστακτον πόνον και στους ανεύθυνους υπευθύνους αδιαφορία και αδράνειαν. Μέσω των ανατολικών θρησκειών, όπου κρατούν τα πεπαλαιωμένα μαγικά σύμβολα και σχήματα, δίδει σήμερον ο δράκων, ο όφις ο αρχαίος και σατανάς, τα απατηλώτερά του μηνύματα.
Ο κατ’ εικόνα και ομοίωσιν θείαν κτισθείς άνθρωπος, και μετά την πτώσιν του ακόμα, συγκρατεί μέσα του σαν στοιχεία της οντότητός του την αίσθησιν και επιθυμίαν του υπερφυσικού. Δεν προβαίνομε σε θεολογικούς όρους περί τούτου, αλλά σε γενικές γραμμές χαράζομεν τις μορφές και φάσεις της πλάνης του σατανά, γιατί πάρα πολύ το θέμα αυτό είναι, όσο ποτέ άλλοτε, επίκαιρον. Αυτήν την αίσθησιν ο Θεός Λόγος δια της παρουσίας του όχι μόνον απεκάλυψεν εις την φύσιν της, αλλά και επραγμάτωσεν μεταδόσας στον άνθρωπον δια του σώματός Του, της Εκκλησίας, την εξουσίαν και δύναμιν να κληρονομήση όλον το πλήρωμα της υπέρ φύσιν καταστάσεως, γινόμενος κατά χάριν υιός Θεού. Τον πρακτικόν τρόπον, οπού ο άνθρωπος δύναται δια της χάριτος να φθάση σ’ αυτήν την θείαν επαγγελίαν, αναφέρομε σ’ όλον μας αυτό το ταπεινό σύγγραμμα, και ότι βαθμηδόν κανείς δια της κλίμακας της μετανοίας μεταφέρεται σ’ αυτό το πλήρωμα. Ο πονηρότατος διάβολος, μιμούμενος τα διάφορα στάδια πού ο άνθρωπος κοινωνεί με υπερφυσικές αξίες μέσω της αγιαζούσης θείας χάριτος, παραχαράζει, ως συνήθως, την αληθή θεοφάνεια με ψευδαισθήσεις της δικής του κακουργίας και ενεργείας και αποκοιμίζει τα δικά του θύματα, ότι καλώς βαδίζουν αφού βλέπουν και αισθάνονται πράγματα υπερφυσικά, όπως και η Εκκλησία παραδέχεται. Αυτή λοιπόν είναι η παγίδα των περιέργων και εγωιστών.
Η ουσία όμως της υπέρ φύσιν κοινωνίας δεν είναι σ’ ένα θέαμα ή σε μια ψευδαίσθησιν παρηγοριάς, και γενικά στο να ιδούμε ή να υποστούμεν κάποιον θαύμα, όπως καυχώνται οι οπαδοί των ψευδοθρησκειών. Η κοινωνία της υπέρ φύσιν καταστάσεως της ζωής είναι το πλήρωμα των επαγγελιών, πού παρέδωσε κληρονομικά στους πιστούς του ο Λόγος του Θεού- και να τι λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης- «Όσοι γαρ έλαβον Αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, οι ουκ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, άλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν». Ουχί θεαταί των υπέρ φύσιν θείων μυστηρίων και δωρεών αλλά κληρονόμοι, «κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού» και αυτό μόνον μέσω της Εκκλησίας και των θείων μυστηρίων αυτής, ασκούντες τις θείες αρετές κατά το θείον του Χριστού ευαγγέλιον, και όχι τη απάτη και μεσιτεία των αγυρτών και απατεώνων, στις μαγείες και στα γιόγκα των διαβολικών επιταγμάτων.
Περί Πλάνης
απόσπασμα από το βιβλίο:
»γέρων Ιωσήφ ο ησυχαστής»
τόμος β΄ (Πατρικαί Υποθήκαι)